Ποντιακή Λαογραφία: ο Εθνικός Πλούτος των Ελλήνων του Πόντου

Μυροφόρα Ευσταθιάδου
Εθνολόγος


Ήταν κάποτε ένα λουλούδι. Το λουλούδι αυτό φύτρωνε πάνω σε απόκρημνα βράχια, δίπλα στο γιαλό, πάνω σε οροπέδια, αλλά και μέσα στο δάσος. Το ίδιο λουλούδι, με το ίδιο μεθυστικό άρωμα. Κάποιοι, όμως, αποφάσισαν ότι δεν πρέπει να ζει άλλο εκεί. Το ξερίζωσαν, το πήγαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το φύτεψαν σε μια γλάστρα και του είπαν… ζήσε!

Δεν είχε λόγο μέχρι τότε να μελετηθεί τι είδος λουλούδι είναι, τι χρώμα έχει και πώς μυρίζει. Αν παρομοιάσουμε την ποντιακή παράδοση και κατ΄ επέκταση τους Έλληνες του Πόντου μ΄ αυτό το λουλούδι, θα κατανοήσουμε πλήρως την ανησυχία των πρώτων και λιγοστών, βεβαίως, λογίων που ήρθαν από τον Πόντο στην Ελλάδα. Ολοφάνερη ήταν η ανησυχία του Μητροπολίτη Χρύσανθου, του Οικονομίδη, του Άκογλου, του Άνθιμου Παπαδόπουλου. Από αυτή την ανησυχία γεννήθηκε η Ποντιακή Λαογραφία στην Ελλάδα.

Οι λόγιοι Πόντιοι της πρώτης γενιάς ένιωσαν ξαφνικά ότι ήταν οι τελευταίοι που μπορούσαν να μυρίσουν και να μεταφέρουν το άρωμα της πατρίδας τους και ταυτόχρονα να πείσουν τους Ελλαδίτες για την ελληνικότητα των Ποντίων. Έτσι ξεκίνησε το Αρχείον Πόντου το 1928 και η Ποντιακή Εστία. Γίνεται στόχος ζωής αυτών των ανθρώπων, αλλά και απλών Ποντίων, να διασώσουν ό,τι θυμούνται. Στέλνουν στα περιοδικά αυτά ακριτικά τραγούδια, δίστιχα, παροιμίες, παραμύθια, ανέκδοτα και προσωπικές μαρτυρίες. Γράφουν για τον κύκλο ζωής, τους κώδικες της ηθικής, το εθιμικό δίκαιο, τη θρησκευτική συμπεριφορά, την οικογενειακή δομή και την παραγωγή αγαθών. Αυτός είναι ο εθνικός πλούτος των Ελλήνων του Πόντου. Και όλη αυτή η γνώση, συσσωρεύεται μέσα σε αυτές τις εκδόσεις.

Η Λαογραφία είναι μια εθνική επιστήμη με τοπικές καταβολές. Χαρακτηριστικά ενός λαογραφικού φαινομένου είναι αυτό που γίνεται κατά παράδοσιν, το αυθόρμητον και το ομαδικόν. Η λαογραφία δεν ασχολείται με ατομικές περιπτώσεις, παρά μόνον για να τις εντάξει στο σύνολο ενός φαινομένου. Συνεργάζεται με πολλές επιστήμες, την εθνομουσικολογία, την αρχιτεκτονική, την ιστορία, αλλά δεν της «ανήκει» το περιεχόμενο αυτό καθαυτό της κάθε επιστήμης, αλλά το σημείο στο οποίο τέμνονται οι επιστήμες αυτές. Το σημείο σύγκλισης όλων αυτών των επιστημών είναι η λαογραφία. Για παράδειγμα, με την Ιστορία έχει το εξής κοινό: μελετούν και οι δύο την κοινωνική ζωή, με σκοπό την καλύτερη γνώση του ανθρώπου. Η Ιστορία, όμως, βασίζεται σε γραπτές πηγές και σε συνειδητές πράξεις.

Η Λαογραφία, στηρίζεται στο ασυνείδητο και πολλές φορές στο υποσυνείδητο. Βασίζεται σ΄ αυτά που δεν είναι γραμμένα, όχι γιατί δεν ξέρουν να γράφουν, αλλά γιατί δε θέλουν να αποτυπώσουν στο χαρτί αυτά που ξέρουν.

Παράδειγμα, η λαϊκή ιατρική στον Πόντο. Ήταν κοινό μυστικό ότι το σταυρολούλουδο είναι κατάλληλο για τη βασκανία, τα κράνια για τον κοιλόπονο, το μελισσόχορτο για τα μάτια, η καρδιά του περιστεριού για το αχπάραγμαν κι αν... είχες αϋπνία, ε τότε έπρεπε να κυλιστείς σε τάφο φρεσκοπεθαμένου.

Αλλά και το αγίασμα, λέει η Παράδοση, δεν ήταν το ίδιο από κάθε άγιο: της Αγ. Βαρβάρας, για παράδειγμα, ήταν για την οστρακιά, της Παναγίας για ψυχικές ασθένειες και του Αγίου Χαράλαμπου για οποιοδήποτε γυναικολογικό πρόβλημα.

Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία από απλές και καθημερινές εκφάνσεις της ζωής, αλλά οι ίδιοι δεν το γνωρίζουν. Ακόμη και η σιωπή είναι ένα φαινόμενο προς λαογραφική μελέτη. Το μασ΄ της νύφης, για παράδειγμα, ήταν ένας τρόπος για να τηρηθεί η οικογενειακή ισορροπία. Κάθε συμπεριφορά πρέπει να την κατατάσσουμε πάντα στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, της μόρφωσης των εκάστοτε ανθρώπων αλλά και αναλογιζόμενοι τις συνέπειες που μπορεί να έχει η μη τήρηση του εθίμου. Φανταστείτε σε ένα σπίτι την πεθερά, τον πεθερό και τρεις νύφες να έχουν γνώμη και άποψη…

Η επιστήμη της Λαογραφίας, όμως, δε σταματά στο τότε. Υπάρχει και η σύγχρονη Λαογραφία, ακόμη και η αστική λαογραφία. Εμείς όλοι, που απαρτίζουμε συλλόγους και την Π.Ο.Ε., είμαστε αντικείμενα μελέτης ενός λαογράφου. Το πόσο συχνά πάει κάποιος στο σύλλογό του, το γιατί πάει, το γεγονός ότι φορά μπλουζάκι με μονοκέφαλο αετό, το ποντιακό ραδιόφωνο, τα πανηγύρια, τα συναπαντήματα αυτά, οι γενικές συνελεύσεις, ακόμη και οι διενέξεις των συνελεύσεων, θα ενδιέφεραν πάρα πολύ έναν ανθρωπολόγο-λαογράφο. Είναι η Ποντιακή Λαογραφία του σήμερα.

Δεν είναι, όμως, η Παράδοσή μας. Η Παράδοση, θέλει συγκεκριμένο χώρο για να τη βιώσεις και όχι να την αναβιώσεις. Άλλο να ζεις και να τρέφεσαι με τρόπο παραδοσιακό, κι άλλο να αναπαριστάς πώς εφτάμε χαβίτσ΄.

Η Παράδοση, ήταν λογικό να εξελιχθεί. Πέρασε μια κρίση και μια αμφισβήτηση πολλών δεκαετιών. Είναι νομοτέλεια , όμως, ότι αν κάτι δεν περάσει από κρίση, δεν μπορεί να επανέλθει πιο δυναμικά. Και η πληγή δε γιατρεύεται αν δε ματώσει.

Η Ποντιακή Παράδοση ξεπέρασε, όμως, αυτή την κρίση. Μεγάλη απόδειξη ότι έχει περάσει σε άλλο επίπεδο είναι η πεισματική προσκόλληση των νέων στην παράδοση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι γονείς πολλών νέων παιδιών, ασχολούνται πολύ λιγότερο έως και καθόλου με την Ποντιακή Παράδοση.

Το μυστικό, λοιπόν, βρίσκεται στους νέους, από την παιδική ηλικία ακόμη. Ο σπουδαιότερος συνεχιστής των λαϊκών εθίμων, λέει η λαογραφία, είναι το παιδί γιατί παρακολουθεί με εξαιρετικό ενδιαφέρον και βιώνει εντυπωσιακά κάποιες καταστάσεις αλλά και γιατί οι μεγαλύτεροι, διατηρούν πολλά έθιμα για χάρη του παιδιού. Γι αυτό και η Π.Ο.Ε., ως μια ευρύτερη οικογένεια, δίνει βάση σε τέτοιες συναντήσεις νέων και φεστιβάλ χορών. Από τη γενιά αυτή εξαρτάται κατά πόσο και πώς θα συνεχιστεί η ποντιακή παράδοση.


Τρεις είναι οι βασικές πηγές καθοδήγησης για ένα νέο Πόντιο σήμερα:

Η πρώτη πηγή αφορά στην οικογενειακή του αυτογνωσία. Από ποια περιοχή του Πόντου κατάγομαι; Πώς ήταν το επίθετο του παππού μου και της γιαγιάς μου στον Πόντο; Ποιο ήταν το παρατσούκλι του; (και μη μου πείτε ότι δεν είχε) Ποιο παραμύθι μου έλεγε πριν κοιμηθώ; Ποιο τραγούδι;

Γνωρίζοντας όλα αυτά, πάμε στη δεύτερη πηγή. Τα βιβλία και το διαδίκτυο. Υπάρχουν βιβλία που αναφέρονται στο χωριό μου στον Πόντο; Που μπορώ να βρω στοιχεία για τη γενικότερη ιστορία της περιοχής; Πρέπει να διαβάζουμε για τον Πόντο. Μόνο τότε συνειδητοποιούμε γιατί είμαστε περήφανοι ως Πόντιοι, αλλά και πόσα λίγα πράγματα γνωρίζουμε για τον Πόντο, λίγα όχι λόγω της γενοκτονίας, ούτε λόγω του ξεριζωμού, αλλά γιατί δε διαβάζουμε.

Και αφού διαβάσουμε για τον Πόντο, η τρίτη πηγή είναι ο ίδιος ο Πόντος. Μια επίσκεψη στην πατρίδα όχι μόνο ζωντανεύει αυτά που χρόνια διαβάσαμε, αλλά και μας επανασυνδέει βιολογικά με τον Πόντο. Επαναφορτίζει, θα λέγαμε, την ποντιακή πλευρά του DNA μας. Μη λησμονούμε ότι κάθε τραγούδι ποντιακό που λέμε τώρα και μας εκφράζει, εκεί παίρνει σάρκα και οστά. Δε μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ση δείσαν μαθεμένος αν δε νιώσεις το μυστήριο που σου προκαλεί η δείσα του Πόντου. Δε μπορεί να τραγουδάς Ακρίτας κάστρον έχτιζεν αν δε δεις τα 35 κάστρα που σώζονται σήμερα μόνο στην Κιμισχανά. Η αλήθεια είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις νιώθεις ότι ξυπνά η κυτταρική σου μνήμη και ότι τα χώματα που πατάς, σε γνωρίζουν.

Ήταν κάποτε ένα λουλούδι. Το λουλούδι αυτό φύτρωνε πάνω σε απόκρημνα βράχια, δίπλα στο γιαλό, πάνω σε οροπέδια, αλλά και μέσα στο δάσος. Το ίδιο λουλούδι, με το ίδιο μεθυστικό άρωμα. Κάποιοι, όμως, αποφάσισαν ότι το λουλούδι αυτό δεν πρέπει να ζει άλλο εκεί. Το ξερίζωσαν, το πήγαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το φύτεψαν σε μια γλάστρα και του είπαν… ζήσε!

Και έζησε το λουλούδι. Μεγάλωσε, δυνάμωσε και επέστρεψε στον τόπο όπου γεννήθηκε. Προς μεγάλη του έκπληξη, είδε κι άλλα λουλούδια να του μοιάζουν. Δεν πεθαίνουν, σκέφτηκε, τα αμάραντα, γι αυτό και λεγόμαστε αμάραντα.

(Ένα τέτοιο λουλούδι του Πόντου βρίσκεται σήμερα ανάμεσά μας). Τα αμάραντα του Πόντου, όμως, δε συνειδητοποιούν ότι είναι αντικείμενα μελέτης της Ποντιακής Λαογραφίας, γιατί απλά τη βιώνουν στην καθημερινότητά τους. Είναι από τις περιπτώσεις που λέγαμε ότι δημιουργούν ιστορία, χωρίς να το γνωρίζουν. Είναι αυτονόητο να πάει σον παρχάρ΄, όπως και αυτονόητο είναι να είναι ση δείσαν μαθεμένος. Είναι δεδομένο ότι μιλά ποντιακά. Έτσι είναι τα αμάραντα του Πόντου. Διατηρούν την Ποντιακή Λαογραφία, αβίαστα, χωρίς να προσπαθούν εναγωνίως να το κατορθώσουν.

(Είναι ανάμεσά μας ο Adem Beskoylu από τα Σούρμενα του Πόντου και νομίζω πως αξίζει, αντί άλλου επιλόγου, να νιώσουμε, επιτέλους, αυτό το άρωμα της πατρίδας.)