Η Ρωσοφωνία στους Έλληνες παλιννοστούντες τρίτης γενιάς από την πρώην Σοβιετική Ένωση»

Στέλλα Λέτσιου
Υποψήφια Διδάκτωρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Η έρευνά μου μελετά τους νέους Ελληνοπόντιους τρίτης γενιάς από την πρώην Σοβιετική Ένωση που έχουν έρθουν για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και όσους συνεχίζουν να διαβιούν στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Συγκεκριμένα εξετάζω τον τρόπο με τον οποίο ζουν πραγματικά και φαντασιακά ανάμεσα σε δυο χώρες, ανάμεσα σε δυο πατρίδες, την Ελλάδα και την πρώην σοβιετική δημοκρατία στην οποία γεννήθηκαν ή/και μεγάλωσαν. Η έρευνα διενεργήθηκε μέσω της διεξαγωγής περισσότερων από 80 συνεντεύξεων, της επιτόπιας έρευνας και της συμμετοχικής παρακολούθησης. Μολονότι η ποιοτική και ποσοτική επεξεργασία των δεδομένων της έρευνας βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, θα ήθελα σήμερα να σας παρουσιάσω ορισμένα πρώτα αποτελέσματα που προέκυψαν από την επεξεργασία 29 συνεντεύξεων και τα οποία παρουσιάζουν, θεωρώ, ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον βαθμό που συνδέονται με την κεντρική θεματική του συνεδρίου που είναι «ο κοινωνικός αποκλεισμός».

Τα άτομα που συμμετείχαν στις παραπάνω συνεντεύξεις είναι νέοι Ελληνοπόντιοι από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ηλικίας 15 έως 30 ετών, οι οποίοι διαβιούν στην Ελλάδα. Τα άτομα αυτά εντάσσονται σε διάφορες ερευνητικές υποκατηγορίες. Είναι είτε φοιτητές κάποιων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή ιδιωτικών κολλεγίων, είτε εργάζονται ή είναι άνεργοι και ψάχνουν να βρουν τρόπους να επιβιώσουν στην Ελλάδα. Ζουν όλοι πλέον μόνιμα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ κατά πλειοψηφία προέρχονται από τη Γεωργία (75,86%). Ο χρόνος πραγματικής παραμονής τους στις δύο χώρες ποικίλει, αλλά κατά μέσο όρο εμφανίζεται μοιρασμένος ανάμεσα στις δύο χώρες, δίχως να απουσιάζουν και οι ακραίες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, ο Μάρης Π. έζησε 25 χρόνια στην πρώην ΕΣΣΔ, εκ των οποίων 20 στη Γεωργία όπου γεννήθηκε, και 5 στη Ρωσία, αλλά μόλις 1 χρόνο στην Ελλάδα. Αντιθέτως, ο Γιώργος Α. γεννήθηκε στη Γεωργία αλλά η οικογένειά του σύντομα εγκαταστάθηκε στη Ρωσία μέχρι την ηλικία των 5 ετών, οπότε ήρθε στην Ελλάδα όπου και ζει τα τελευταία 15 χρόνια. Συνολικά, πάντως, ο μέσος όρος παραμονής τους στην πρώην ΕΣΣΔ υπολογίζεται στα 11,55 έτη, ενώ ο μέσος όρος παραμονής τους στην Ελλάδα υπολογίζεται στα 11,76 έτη.

Οι απαντήσεις των συνομιλητών μου παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους. Το κεντρικό πάντως συμπέρασμα που προκύπτει και συνδέεται με τη κεντρική θεματική του συνεδρίου είναι πως ο κοινωνικός αποκλεισμός τον οποίο υφίστανται στην Ελλάδα δεν συνδέεται απλά με το στοιχείο της καταγωγής τους από κάποια πρώην σοβιετική δημοκρατία, αλλά και με το στοιχείο της ρωσοφωνίας-ρωσομάθειας, το γεγονός δηλαδή ότι φέρουν μαζί τους πολλά στοιχεία της ρωσικής κουλτούρας και συνεχίζουν να μιλούν τη ρωσική γλώσσα. Οι περισσότεροι ήρθαν στην Ελλάδα με προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή (75,86%), αλλά το 68,97% δηλώνει τελικά απογοητευμένο από την κατάσταση που συνάντησε εδώ. Γενικότερα, κατά κανόνα, η κατάσταση στην Ελλάδα φαίνεται να διαψεύδει τις αρχικές προσδοκίες των συνομιλητών μου, αλλά δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπως του Λεωνίδα Π., για τον οποίο η κατάσταση που συνάντησε στην Ελλάδα ανταποκρινόταν απόλυτα στην αρνητική εικόνα που είχε ήδη διαμορφώσει, επηρεασμένος από τις περιγραφές των αρνητικών εμπειριών συγγενών και φίλων που είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Όπως συχνά επισημαίνουν οι συνομιλητές μου σαφώς ενοχλούνται και προσβάλλονται βαθύτατα από τον υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο η ντόπια κοινωνία τους αντιμετωπίζει ή τους χαρακτηρίζει. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του χαρακτηρισμού «Ρωσοπόντιος», με το αρνητικά φορτισμένο εννοιολογικό της περιεχόμενο. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, το αποτέλεσμα είναι η εντατικοποίηση της αίσθησης αποξένωσης και της στροφής προς το ρωσικό στοιχείο συνειδητά ή μη, επιτείνοντας περαιτέρω την περιθωριοποίηση των ατόμων αυτών σε έναν φαύλο κύκλο αλληλεπίδρασης με τον κοινωνικό αποκλεισμό που υφίστανται.

Όπως ήδη ανέφερα και πιο πάνω, η πλειοψηφία των νέων αυτών ήρθε στην Ελλάδα από τη Γεωργία. Ως επί το πλείστον, δεν γνωρίζουν πολλές λεπτομέρειες για την καταγωγή τους. Γνωρίζουν μόνο πως οι πρόγονοί τους κατάγονται από την περιοχή του Πόντου και της Μαύρης θάλασσας και πως στα τέλη του 19ου αιώνα αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στη Ρωσία, όπου είτε εγκαταστάθηκαν μαζικά σε μια περιοχή και δημιούργησαν ελληνόφωνους οικισμούς και χωριά, είτε ενσωματώθηκαν πλήρως στη ρωσική κοινωνία. Όσον αφορά το ποντιακό στοιχείο, οι περισσότεροι έμαθαν πως είναι Πόντιοι, ή μάλλον κατανόησαν πληρέστερα το περιεχόμενο της ποντιακής τους ταυτότητας, μόνο μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Άλλωστε στην πρώην ΕΣΣΔ αναγνωρίζονταν ως μέλη της ελληνικής μειονότητας στο πλαίσιο του Σοβιετικού κράτους. «Στη Γεωργία ήμασταν Έλληνες. Μας φώναζαν Γκρεκ», μου λένε όλοι οι συνομιλητές μου. Παρ’ όλα αυτά, δηλώνουν πως πάντοτε αγαπούσαν την ποντιακή μουσική, ξέρουν να χορεύουν τους ποντιακούς χορούς, τους αρέσει το ποντιακό φαγητό και πολλοί διατηρούν ζωντανά τα ποντιακά ήθη κι έθιμα στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα αποφάσισαν ή αναγκάστηκαν να έρθουν για να βρουν ή, καλύτερα, για να φτιάξουν ένα καλύτερο μέλλον, μια καλύτερα αμειβόμενη εργασία και γενικότερα έναν καλύτερο τόπο διαμονής, καλύτερες συνθήκες ζωής. Στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης όπου κατοικούσαν μόνιμα μέχρι πριν λίγα χρόνια οι ευκαιρίες εργασίας ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και, γενικότερα, μολονότι η συνύπαρξη με τους ντόπιους πληθυσμούς ήταν ομαλή ιδιαίτερα παλαιότερα, οι συνθήκες ζωής εκεί δεν ήταν καλές, δυσχέραναν δε περισσότερο μετά τη διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ και την άνοδο του εθνικισμού στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Στην Ελλάδα έφτασαν οι περισσότεροι (75,86%) με το λεωφορείο. Με την άφιξή τους η απογοήτευση για την κατάσταση που αντιμετώπισαν ήταν διάχυτη. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τονίστηκε παραπάνω, το μέγεθος της απογοήτευσης ήταν αντιστρόφως ανάλογο της προσδοκίας. Συγκεκριμένα, μόλις στο 20,69% των περιπτώσεων η πραγματικότητα που αντιμετώπισαν ανταποκρινόταν στη θετική εικόνα που είχαν ήδη διαμορφώσει φαντασιακά για τη ζωή στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι ήλπιζαν να συναντήσουν έναν επίγειο «παράδεισο», γιατί πολύ απλά αυτή ήταν η εικόνα που τους είχε μεταφερθεί. Επιπλέον, συνολικά το 51,72% θεωρεί πως η υποδοχή που τους επιφύλαξε η ντόπια κοινωνία ήταν αρνητική, ενώ ακόμη περισσότερο αρνητική (68,97%) είναι και η εντύπωση από τη στήριξη που δέχθηκαν από το κράτος και τις δημόσιες υπηρεσίες. Η Λάουρα Ο., για παράδειγμα, 28 ετών, συνοψίζει τη στάση της ελληνικής κοινωνίας ως εξής: «Η ελληνική κοινωνία μας αντιμετώπισε ρατσιστικά. Πολύ ρατσιστικά. Ειδικά στην δουλειά μας συμπεριφέρονταν σαν να ήμασταν ζώα. Έρχονταν και μου έλεγαν «μας πήρατε τις δουλειές μας». Εγώ έκλαιγα πάρα πολύ! Σκεφτόμουν όμως πως αυτοί οι άνθρωποι που τα λένε όλα αυτά δεν ξέρουν την ιστορία της ζωής μας και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν».

Ωστόσο, η αγάπη τους για την Ελλάδα και το ελληνικό στοιχείο δεν μειώθηκε. Τα συναισθήματά τους για την «ιστορική τους πατρίδα», όπως οι ίδιοι αποκαλούν την Ελλάδα, είναι πολύ θετικά και έντονα. Όμως, δεν παύουν στιγμή να την συγκρίνουν και με την χώρα από την οποία προέρχονται, αλλά κυρίως με τη Ρωσία, ακόμη κι αν δεν την έχουν επισκεφτεί ποτέ τους. Σχεδόν όλοι δείχνουν έναν ιδιαίτερο θαυμασμό για τη Ρωσία, τη ρωσική γλώσσα, τον ρωσικό πολιτισμό, τους Ρώσους, τη ρωσική παράδοση, τη ρωσική εκπαίδευση. Θαυμάζουν δε ακόμη περισσότερο τη σημερινή κατάσταση της Ρωσίας και την συνεχή ανάπτυξη της υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Βασίλης Π, 27 ετών, ενδεικτικά σημειώνει: «Μου αρέσει να αισθάνομαι κομμάτι μιας υπερδύναμης, όπως είναι η Ρωσία. Θαυμάζω τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Είναι παλικάρι, δυναμικός και αποφασιστικός».

Από τη χώρα καταγωγής τους, τους λείπει το σπίτι τους, η γειτονιά, οι φίλοι τους, το σχολείο τους, η φύση. Κανένας όμως από τη συγκεκριμένη ομάδα των συνομιλητών μου δεν θα επέστρεφε για μόνιμη εγκατάσταση πίσω στη Γεωργία. Θα ήθελαν όμως να έχουν την οικονομική άνεση να μπορούν να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στις δυο αυτές χώρες, είτε κυρίως ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρωσία, είτε για διακοπές είτε για επαγγελματικούς λόγους. Εξάλλου, αρκετοί από τους συγγενείς τους συνεχίζουν να διαβιούν στη Γεωργία ή/και στη Ρωσία.

Στην ερώτηση ποια χώρα αισθάνονται περισσότερο ως πατρίδα τους, οι περισσότεροι απάντησαν την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα περιγράφεται ως η πατρίδα αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με τη Ρωσία ή τη Γεωργία του 79,31% των ερωτηθέντων, ενώ για το 65,52% αποτελεί την αποκλειστική πατρίδα. Η Γεωργία περιγράφεται ως η πατρίδα αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με την Ελλάδα του 17,24% των ερωτηθέντων, ενώ για το 10,34% αποτελεί την αποκλειστική πατρίδα. Η Ρωσία περιγράφεται ως η πατρίδα αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με την Ελλάδα του 17,24% των ερωτηθέντων, ενώ για το 10,34% αποτελεί την αποκλειστική πατρίδα. Οι περισσότεροι πληροφορητές της κατηγορίας αυτοχαρακτηρίζονται ως Έλληνες (34,48%), ως Πόντιοι (13,79%) ή ως Ελληνοπόντιοι (10,34%).

Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως επιθυμούν να συνεχίσουν να ζουν μόνιμα στην Ελλάδα, να κάνουν την οικογένειά τους εδώ, αν και βέβαια δεν θα παραλείψουν να μεταδώσουν στα παιδιά τους όλα όσα έχουν αποκομίσει από τις οικογένειές τους και το σοβιετικό-ρωσικό παρελθόν τους. Όπως ενδεικτικά αναφέρει ο Ορέστης Π., 36 ετών: «Την οικογένειά μου θα προτιμούσα να την κάνω εδώ στην Ελλάδα, αν και δεν είμαι ικανοποιημένος από την ελληνική εκπαίδευση και με απασχολεί το ζήτημα της εκπαίδευσης των παιδιών μου. Το σίγουρο είναι πως αν τελικά μείνω στην Ελλάδα, στα παιδιά μου θα καλλιεργήσω τη ρωσικότητά τους. Θα τους μάθω τη ρωσική γλώσσα και θα τους μιλήσω για τη ρωσική κουλτούρα».

Οι περισσότεροι δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στη ρωσική λογοτεχνία. Αγαπούν τα έργα των μεγάλων κλασσικών Ρώσων συγγραφέων, όπως ο Πούσκιν, ο Λέρμοντοφ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπουλγκάκοφ, ο Τσέχωφ, ο Γιεσένιν. Επίσης τους αρέσει να ακούν ρωσική μουσική, να παρακολουθούν ρωσικά κανάλια στην τηλεόραση και γι’ αυτό σχεδόν όλοι έχουν δορυφορική λήψη στην τηλεόραση στα σπίτια τους, να διασκεδάζουν σε μαγαζιά με ρωσική μουσική, να διαβάζουν ρωσικές εφημερίδες και περιοδικά, να επισκέπτονται ρωσικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, να ψωνίζουν ρωσικά προϊόντα από τα ρωσικά καταστήματα που υπάρχουν στην Θεσσαλονίκη, να τρώνε ρωσικά φαγητά. Δεν τους αρέσει, λένε, να βγαίνουν έξω και να επισκέπτονται τις «ελληνικές» καφετέριες, εστιατόρια ή μπαρ, αλλά προτιμούν να συναντούν τους φίλους τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους, αν όχι όλοι, είναι Ελληνοπόντιοι από την πρώην Σοβιετική Ένωση, και να κάνουν βόλτες ή να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι.

Τέλος, στην ερώτηση ποια ομάδα θα υποστήριζαν σε έναν αθλητικό αγώνα ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Ρωσία ή τη Γεωργία, οι περισσότεροι (65,52%) δήλωσαν πως σαφώς και θα υποστήριζαν την Εθνική Ελλάδος (οι πρόσφατες επιτυχίες της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου σίγουρα επηρέασαν τις απαντήσεις των περισσοτέρων). Ορισμένοι όμως, όπως η Τατιάνα Κ., συμπλήρωσαν: «Σε έναν αθλητικό αγώνα Ελλάδας-Ρωσίας στα κρυφά υποστηρίζω τη Ρωσία, ενώ στα φανερά υποστηρίζω την Ελλάδα». Κάποιοι άλλοι, όπως ο Βασίλης Π., ήταν πολύ πιο ξεκάθαροι: «Σε έναν αθλητικό αγώνα Ελλάδας-Κιργιζίας θα υποστήριζα την Κιργιζία. Επίσης, σε έναν αθλητικό αγώνα Ελλάδας-Ρωσίας θα υποστήριζα τη Ρωσία».

Όταν όμως ερωτήθηκαν ποια χώρα θα υποστήριζαν αν γινόταν πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρωσία ή τη Γεωργία, οι απαντήσεις έγιναν ακόμη πιο διστακτικές. Η ερώτηση αυτή τους θορύβησε ιδιαίτερα και, όπως δηλώνουν, δεν θέλουν ούτε καν να το διανοούνται ως ενδεχόμενο. Γι’ αυτούς, ένα τέτοιο γεγονός θα σήμαινε πως θα πρέπει να κόψουν την καρδιά τους και το σώμα τους στα δυο. Δεν μπορούν να αποφασίσουν, επειδή θεωρούν και τις δυο χώρες ως πατρίδες τους, έχουν συγγενείς, οι οποίοι ζουν και στις δυο χώρες και γενικότερα, συνδέονται και με τους δυο τόπους. Ένας τέτοιος πόλεμος θα μπορούσε να τους οδηγήσει σε δύσκολες αποφάσεις, όπως το να μεταναστεύσουν σε μια τρίτη χώρα για να μην αναγκαστούν τελικά να ταχθούν με το πλευρό μόνο μιας χώρας.

Στον τίτλο της εισήγησης μου χρησιμοποίησα την λέξη «ρωσοφωνία». Θα ήθελα να διευκρινίσω πως κάνοντας χρήση αυτού του όρου δεν εννοώ μόνο την ομιλία της ρωσικής γλώσσας, αλλά μια ευρύτερη κλίση των συνομιλητών μου προς το ρωσικό στοιχείο. Πάντως, είναι γεγονός ότι η ρωσική γλώσσα κυριαρχεί και στις καθημερινές συναναστροφές τους και μέσα στο σπίτι με την οικογένεια, αλλά και με τους φίλους τους. Τους ευχαριστεί να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα, αλλά, όπως ισχυρίζονται, δεν τη γνωρίζουν καλά και αυτό τους κάνει να ντρέπονται. Δεν παραλείπουν όμως να αναφέρουν περιστατικά στα οποία πρωταγωνίστησαν ως θύματα ρατσιστικών συμπεριφορών από Έλληνες ντόπιους, επειδή μιλούσαν ρωσικά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τους κοίταξαν παράξενα ή που τους σταμάτησαν στον δρόμο για να τους επιπλήξουν. Αυτού του είδους οι συμπεριφορές δεν τους πληγώνουν απλώς, αλλά αντιθέτως τους πεισμώνουν και τους στρέφουν ολοένα και πιο πολύ στο ρωσικό στοιχείο.

Το σημαντικότερο συμπέρασμα που προέκυψε από την έρευνα είναι πως οι νεαροί Ελληνοπόντιοι τρίτης γενιάς από την πρώην Σοβιετική Ένωση βρίσκονται ανάμεσα σε δυο πατρίδες σε δύο εθνικές γλώσσες, σε δύο εθνικές ταυτότητες. Ο καθένας τους μέσα από τα προσωπικά του βιώματα έχει δημιουργήσει τη δική του «εθνική ταυτότητα»! Το κοινό σημείο όλων είναι πως αισθάνονται «εγκλωβισμένοι» ανάμεσα σε δύο κόσμους, ανάμεσα σε δύο χώρες, ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκ των οποίων η μία συνεχίζει να βιώνεται πραγματικά, υλικά, ενώ η άλλη φαντασιακά, αλλά πλέον αντίστροφα σε σχέση με το παρελθόν, όσο δηλαδή διαβιούσαν στην πρώην ΕΣΣΔ.

Ανεξάρτητα από τον αναγκαστικό ή μη χαρακτήρα της, η επιλογή αυτή τελικά επιτείνει την αίσθηση της αποξένωσης και διευκολύνει τον κοινωνικό τους αποκλεισμό τον οποίο υφίστανται. Από τη μία, το γεγονός ότι δεν επιλέγουν την Ελλάδα ως την αποκλειστική τους «πατρίδα» κι εξακολουθούν να συνδέονται με ποικίλους τρόπους με τη χώρα προέλευσης, μεγεθύνει τη διαφορετικότητα της ομάδας. Από την άλλη, η συμπεριφορά ορισμένων ντόπιων Ελλήνων απέναντί τους, η οποία κυμαίνεται από την επιφυλακτικότητα στη ξενοφοβία, επιτείνει το στοιχείο της ρωσομάθειας στρέφοντας συναισθηματικά και ιδεολογικά εντονότερα τους νέους Ελληνοπόντιους προς τη χώρα από την οποία προέρχονται. Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του φαύλου κύκλου είναι η εντατικοποίηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, αλλά και της αίσθησης της αποξένωσης.

Οι νεαροί Ελληνοπόντιοι της τρίτης γενιάς από την πρώην Σοβιετική Ένωση είναι απόλυτα φυσιολογικό να «βρίσκονται» ανάμεσα σε δυο πατρίδες, σε δυο εθνικές ταυτότητες, σε δυο γλώσσες, σε δυο πραγματικότητες. Όσες προσπάθειες και να καταβάλουν δεν είναι εύκολο να προσαρμοστούν αμέσως και εύκολα στην ελληνική πραγματικότητα και να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να επιθυμούν να συνεχίσουν να συνδέονται με την χώρα προέλευσής τους και τους είναι σαφώς πιο εύκολο να μιλούν τη ρωσική ή τη γεωργιανή γλώσσα από ότι την ελληνική, την οποία οι περισσότεροι έμαθαν εδώ. Αξίζει να σημειωθεί άλλωστε πως και οι ίδιοι οι γονείς τους είναι αυτοί που δεν θέλουν να χάσουν τους δεσμούς τους και με την χώρα προέλευσης τους. Αυτό γίνεται εμφανές μέσα από καθημερινές συνήθειες και πρακτικές που ακολουθούνται μέσα στην οικογένεια.

Με ελάχιστες μεμονωμένες εξαιρέσεις, η ντόπια ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται προς το παρόν διατεθειμένη να διευκολύνει την ενσωμάτωση των νέων Ελληνοποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Αντιθέτως, όχι μόνο επιλέγει να συμπεριφέρεται στα άτομα αυτά με υποτιμητικό ή ξενοφοβικό τρόπο, αλλά συχνά εκμεταλλεύεται τις συνέπειες του κοινωνικού τους αποκλεισμού σε διάφορα επίπεδα (π.χ. χαμηλά αμειβόμενη εργασία, απασχόληση σε τομείς που παραδοσιακά θεωρούνται «απαξιωτικοί» για τον μέσο Έλληνα, μη ασφάλιση εργαζομένων κλπ). Είναι σαφές ότι η αναστροφή αυτής της κατάστασης θα ενέτεινε τους συναισθηματικούς δεσμούς με την Ελλάδα των μελών της υπό εξέταση ομάδας. Είναι σημαντικό τέλος να σημειωθεί ότι η σύνδεση του στοιχείου της ρωσομάθειας με το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού των νέων Ελληνοποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση δεν συνεπάγεται απαραίτητα, αυτόματα ή αναγκαστικά ότι η ρωσομάθεια συνδέεται αλληλοαποκλειστικά με την προοπτική της ένταξης τους στην ελληνική κοινωνία. Αντιθέτως, η εν λόγω ρωσομάθεια θα μπορούσε να ειδωθεί ως ένα επιπλέον συνχρωτικό στοιχείο διαμόρφωσης της ταυτότητας των μελών της υπό εξέτασης ομάδας, το οποίο θα μας επέτρεπε ίσως να προβληματοποιήσουμε περαιτέρω τις μονολιθικές διαδικασίες ανάγνωσης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.