Οι ταυτότητες έρχονται από το παρελθόν ή το μέλλον;

πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος
καθηγητής στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, στο πανεπιστήμιο του Cambridge και Wales


Κύριε Πρόεδρε,

Αγαπητοί φίλοι, αγαπητά παιδιά,

Δύο πράγματα πρέπει να πω ότι με εντυπωσιάζουν καθώς βρίσκομαι σήμερα μαζί σας. Το ένα από τα δύο είναι η ίδια η σύναξη. Το γεγονός ότι υπάρχει σήμερα μια Πανελλήνια Ένωση Νέων από τον Πόντο, είναι εξαιρετικά σημαντικό και για εσάς και εμάς, που δεν είμαστε Πόντιοι, και για πολλούς άλλους και θα πω γιατί.

Και το άλλο είναι ότι η συνάντηση σας αυτή, ακολουθώντας, νομίζω, τις παραδόσεις του Ποντιακού Ελληνισμού, δεν είναι μόνο μια συνάντηση για διασκέδαση, αλλά είναι και μια συνάντηση για προβληματισμό. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς, την δική μου παρουσία εδώ σήμερα, δηλαδή θέλετε να δώσετε στην συνάντηση σας και ένα περιεχόμενο προβληματισμού και είναι σωστό αυτό διότι στην εποχή μας, καμιά ανθρώπινη ευτυχία, καμιά ανθρώπινη κοινωνία δεν είναι αυτονόητες πλέον. Και αυτό είναι θα έλεγε κανείς το προνόμιο της εποχής μας, ένα οδυνηρό προνόμιο, να τα θέτει όλα υπό ερώτηση.

Εσείς οι ίδιοι όταν θέτετε το πρόβλημα της ταυτότητας, αυτό που σας φέρνει εδώ σήμερα, έχετε βεβαίως την επιθυμία όχι απλά και μόνο να ακολουθήσετε την φωνή των προγόνων, αλλά να το βάλετε αυτό μέσα στη ζωή σας επίσης. Για αυτό ακριβώς θέτουμε σήμερα ως αντικείμενο προβληματισμού μας, το θέμα των ταυτοτήτων.

Πρέπει να ξέρετε ότι είναι ένα θέμα που συζητιέται σε όλη την Ευρώπη, για να μην πω σε όλη τη Δύση.

Θα έχετε όλοι ακούσει αυτό που σήμερα ονομάζεται παγκοσμιοποίηση. Μια παγκόσμια κοινωνία, η οποία είναι κοινωνία οικονομική, και επίσης είναι κοινωνία ιδεών, κοινωνία μιας νοοτροπίας, η οποία μας καλεί όλους να μετάσχουμε εκεί, προκειμένου να αποκτήσουμε όλη η ανθρωπότητα μια κοινή πορεία.

Και αυτή η κοινή πορεία είναι ένας μεγάλος εκσυγχρονισμός. Μία, θα λέγαμε, μεγάλη μελλοντική συνάντηση όλων των λαών και όλων των εθνών και όλων των προσώπων, η οποία είναι πρωτοφανής.

Γιατί είναι πρωτοφανής; Είναι η πρώτη φορά που μιλάμε για τέτοια μεγάλη σύναξη λαών χωρίς πολεμική κατάκτηση. Είναι μια ειρηνική πιθανότητα κοινωνίας. Ειρηνική ως προς την προέλευση της και αυτό είναι πρωτοφανής, διότι έχουμε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία είναι αποτέλεσμα πολέμου και επιβολής, έχουμε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία είναι πάλι αποτέλεσμα πολέμων και επιβολής.

Έχουμε τις ηγεμονίες των Μεγάλων Δυνάμεων που και αυτές είναι αποτέλεσμα επιβολών και συγκρούσεων και έχουμε και μια πιθανότητα να βρεθούμε όλοι μαζί κάποια στιγμή στην αιχμή της ιστορίας κάποια στιγμή και να φτιάξουμε μαζί ένα μέλλον για την ανθρωπότητα. Όσο αθώο φαίνεται αυτό και όμορφο, τόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει. Μπορεί να γίνει επικίνδυνο διότι είναι πολύ πιθανό αυτή η μεγάλη σύναξη λαών και των ανθρώπων να γίνει ελεγχόμενη σύναξη από κάποιους, οι οποίοι θα θελήσουν να την ποδηγετήσουν κάπως.

Για να γίνει αυτό, προσέξτε, όλοι εμείς που θα μετάσχουμε στη μεγάλη αυτή κοινωνία, στη μεγάλη αυτή συνάντηση, να μοιάζουμε πολύ μεταξύ μας. Και αυτό σημαίνει ότι την ταυτότητα μας, τις επιμέρους ταυτότητες μας, να μην τις αγαπούμε και πολύ, να μην τις δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, αλλά να περιμένουμε να πάρουμε ταυτότητα μόνο από αυτούς, οι οποίοι μας συνάζουν και μας κατευθύνουν. Ακριβώς για αυτό το λόγο, είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι η προοπτική αυτή της παγκοσμιοποίησης, του εκσυγχρονισμού δεν είναι οπωσδήποτε αθώα.

Για να γίνει αυτού του είδους, λοιπόν, η σύναξη και για να είμαι εγώ εύχρηστο, πλέον, μέλος μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και οικονομίας, θα πρέπει να μην έχω δεσμούς, να μην παίρνω ταυτότητες μέσα από σχέσεις άλλες. Να έχω, ας πούμε, χαλαρές σχέσεις με αυτό που λέμε πατρίδα, να μην ανήκω φανατικά σε κάποια θρησκευτική κοινότητα. Να είμαι πολυγαμικός στις σχέσεις μου, όχι μονογαμικός( η μονογαμία βάλλεται γιατί μπορεί να δώσει ταυτότητα, ενώ η πολυγαμία δεν δίνει ταυτότητες συνήθως). Όλα αυτά τα πράγματα με κάνουν πιο εύχρηστο μέλος της παγκόσμιας εταιρείας, της παγκόσμιας κοινωνίας, η οποία με θέλει να είμαι στη διάθεση της ανά πάσα στιγμή, να μην έχω ενδοιασμούς, να μην έχω επιφυλάξεις, να μην έχω έντονα συναισθήματα. Για αυτό είπα ότι η παγκοσμιοποίηση όσο όμορφη και αν φαίνεται τόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει εάν αποτελείται από ανθρώπους χωρίς ταυτότητα.

Νομίζω ότι καταλάβατε μέσα από όλα αυτά πόσο σημαντική είναι η ταυτότητα.

Προσέξτε γιατί μέσα στην ευτυχία της εφηβείας και της νεανικής ηλικίας, λέει ο Νίτσε, ο μεγάλος αυτός φιλόσοφος,: «Ζει κανείς την ζωή του από τα 18 στα 20».

Είναι πολύ μεγάλη αλήθεια αυτό. Δηλαδή εκεί διαμορφώνει αρχές, παίρνει τη ζωή του στα σοβαρά ή στα αστεία. Αλλά αν την πάρουμε στα σοβαρά την ζωή μας δεν σημαίνει ότι δεν διασκεδάζουμε. Αυτοί που την παίρνουν στα σοβαρά διασκεδάζουν πιο πολύ από άλλους. Αν την πάρουμε στα σοβαρά λοιπόν, θα καταλάβουμε ότι είναι πολύ σημαντικό το να πηγαίνουμε στις συνάξεις αυτές τις παγκόσμιες, όντας κάποιοι, έχοντας κάποια περιουσία. Για αυτό ακριβώς το λόγο λέγω ότι οι ταυτότητες έρχονται κυρίως από το μέλλον, υπό την έννοια ότι με την ταυτότητα προχωρώ μπροστά. Η ταυτότητα δεν είναι μια φωτογραφία του παππού μου, την οποία απλά δείχνω. Είναι ο τρόπος που ενσωματώνω τον παππού μου σε αυτό που κάνω εγώ στο μέλλον. Για αυτό ακριβώς το λόγο, ένας μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος δεν ήταν καθόλου θρησκευόμενος, ο Μαρκούζε, είπε μια φοβερή κουβέντα, την οποία θα θελήσω να σας την αναλύσω. Είπε ότι ο εκσυγχρονισμός χωρίς παράδοση είναι ολοκληρωτισμός. Είναι μια φράση πάρα πολύ σημαντική.

Ο εκσυγχρονισμός και η παγκοσμιοποίηση είναι καταστάσεις τρεξίματος. Αν ακούσετε τους εκσυγχρονισμένους πολιτικούς μας, θα σας πουν ότι πρέπει να τρέξουμε, να κόψουμε δρόμο, πρέπει να γίνει ανάπτυξη, πρέπει οπωσδήποτε να εκσυγχρονιστούμε, πρέπει λοιπόν, πρέπει. Σύμφωνοι. Και η εκκλησία πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Για να εκσυγχρονιστεί η εκκλησία, πρέπει να πετάξω ότι με βαραίνει. Εγώ τώρα θα πρέπει να πετάξω τα ράσα κανονικά για να τρέχω ευκολότερα.

Έτσι και εσείς θα πρέπει να πετάξετε οτιδήποτε σας κρατάει. Μια πολύ πονηρή και πολύ όμορφη προτροπή: Πετάξτε πίσω ότι σας βαραίνει, για να γίνουμε γρήγορα ένα εκσυγχρονισμένο κράτος. Αυτός ο εκσυγχρονισμός είναι ένας εκσυγχρονισμός που είναι έρμαιο στα χέρια αυτών, που έχουν την ισχύ, το κεφάλαιο, τη διαφήμιση, και αυτών που θέτουν στόχους στη ιστορία και μάλιστα στην παγκόσμια ιστορία πλέον με τη διάπλωση που έχουμε των ηλεκτρονικών μέσων και λοιπά.

Για αυτό λέω ότι υπάρχουν δύο ειδών ταυτότητες. Υπάρχουν οι ταυτότητες οι ιστορικές σαν και αυτή που λέμε τώρα, δηλαδή οι ταυτότητες οι οποίες προέρχονται από τη χρήση του παρελθόντος μου με ένα γονικό τρόπο, ώστε να στοχάζομαι το μέλλον, αλλά να το στοχάζομαι ως εγώ, εγώ και οι φίλοι μου, εγώ και οι πατριώτες μου, εγώ και οι αγαπημένοι μου, να σκεφτόμαστε το μέλλον εμείς. Αυτό λέγεται ιστορική ταυτότητα και λέγεται πραγματική.

Υπάρχουν και οι φανταστικές ταυτότητες. Οι φανταστικές ταυτότητες είναι το folklore, που είναι το folklore και τίποτε άλλο. Δηλαδή είναι κάτι που το φοράω μόνο μια φορά το χρόνο. Είμαι στην Αγγλία, μεγάλο μέρος του χρόνου, και μου έχει τύχει πολλές φορές να βρεθώ σε ελληνικά γλέντια. Τα ελληνικά γλέντια στο εξωτερικό δεν είναι πάντοτε όμορφα, πολλές φορές είναι πολύ μελαγχολικά. Βλέπει κανείς μια νεαρή ομάδα παχουλών Βρετανών που χορεύουν φοβερά τα αιγαιοπελαγίτικα και τα νησιώτικα, και δεν ξέρουν να πουν λέξη ελληνικά. Και δεν υπάρχει τρόπος να κουβαλήσουν αυτό που κάνουν μέσα στη ζωή τους. Δηλαδή να βοηθάει αυτό στον αναστοχασμό της καθημερινής τους πράξης και ζωής. Γιατί η παράδοση είναι κάτι που ανακτάται. Η παράδοση δεν είναι κάτι το οποίο απλά και μόνο το επιδεικνύω σαν folklore. Κάθε γενιά ανακτά εκ νέου την παράδοση. Κάθε γενιά είναι, θα λέγαμε, μια επινόηση ξανά, παρόλο που η παράδοση υπάρχει, την ξαναζούμε, την εμπλουτίζουμε.

Δεν είναι νεκρή η παράδοση, δεν είναι κάτι που υπήρξε μόνο κάποτε. Το προσλαμβάνω και το συνεχίζω. Πως το συνεχίζω. Με αυτόν τον διάλογο που κάνω μαζί της και με το μέλλον. Λοιπόν, η παράδοση από αυτήν την έννοια έρχεται από το μέλλον και αυτή είναι η ιστορική ταυτότητα.

Υπάρχει και όπως σας είπα και η φανταστική ταυτότητα, η οποία είναι η παράδοση του folklore, σαν αυτά τα παιδιά που σας λέω από την Βρετανία. Μια φορά που ήμουν στο Λονδίνο, πριν μερικά χρόνια, είδα έναν νεαρό Άγγλο πολιτικό, και άρχισαν να χορεύουν τα παιδιά. Τα τραγούδια δεν μπορούσαν να τα πούνε στα ελληνικά, πλέον, γιατί η δεύτερη και Τρίτη γενιά δεν μιλάνε ελληνικά, λένε μόνο «γεια σου», «Καλημέρα» και τίποτα άλλο. Και γυρίζω στον κύριο και του λέω: Βλέπετε έχουμε ακόμη Έλληνες εδώ. «Όχι», μου λέει, «they have become British », έχουν γίνει Βρετανοί αυτοί. Λέω: «πού το ξέρετε αυτό;» «Θα το δείτε, λέει όταν τελειώσει ο χορός». Όταν τελείωσε ο χορός δεν υπήρξε πλέον κοινωνία με τα παιδιά.

Τα παιδιά ήταν σκόρπια μεταξύ τους, σε ένα βρετανικό πάρτυ. Ένα ελληνικό πάρτυ το ξεχωρίζεις από ένα βρετανικό από το πώς στέκονται οι άνθρωποι, πως μιλάνε μεταξύ τους, πως συμπεριφέρονται. Η κοινωνία των χωρών είχε σταματήσει. Ήταν μια σύναξη νεαρών Άγγλων, οι οποίοι πριν λίγο χόρευαν στα ελληνικά. Αυτή είναι η φανταστική ταυτότητα, γιατί είναι κάτι που δεν υπάρχει. Είναι κάτι που το φορούμε στις γιορτές, αλλά δεν σημαίνει τίποτα για εμάς.

Υπάρχουν λοιπόν, τρεις μεγάλες μορφές εκσυγχρονισμού, με βάση όλα αυτά που είπαμε, και πρέπει να το έχουμε υπόψη μας αυτό και να το δουλέψετε λίγο με το μυαλό σας και τώρα και αργότερα.

Θα έλεγα ότι η πρώτη μορφή εκσυγχρονισμού είναι ο επιθετικός εκσυγχρονισμός. Είναι ο εκσυγχρονισμός κάποιοι, μια άρχουσα τάξη διανοουμένων, μας λέει ότι πρέπει να τρέξουμε, να πετάξουμε τα πάντα στα σκουπίδια, και ότι το κάλεσμα αυτό της ιστορίας είναι μοναδικό και ότι θα πρέπει να μπούμε σε αυτό το δρόμο χωρίς να κρατούμε στα χέρια μας κανένα εφόδιο. Αυτός είναι ο επιθετικός εκσυγχρονισμός.

Τέτοιο συγχρονισμό συναντούμε σήμερα στις ισλαμικές χώρες, που υπάρχει μια κάστα διανοουμένων, στο Ιράν, για παράδειγμα, η οποία πιέζει τον κόσμο να ανταποκριθεί στις εκσυγχρονισμένες τάσεις που αναπτύσσονται, κατά πρόκληση της Δύσης στα παλαιά χρόνια, αλλά και σήμερα, με διάφορους μηχανισμούς, τους οποίους επίσης ελέγχει η Δύση, και αντιστέκεται έντονα και ενστικτωδώς η λαϊκή βάση. Αυτός είναι ο επιθετικός εκσυγχρονισμός.

Υπάρχει ο διστακτικός εκσυγχρονισμός, όπως γίνεται στα κράτη της Αφρικής, όπου ξέρουν ότι πρέπει να εκσυγχρονιστούν, δεν ξέρουν όμως τι πρέπει να κρατήσουν από αυτό που έχουν και τι καινούριο πρέπει να προσλάβουν.

Και η Τρίτη μορφή του εκσυγχρονισμού. Υπάρχει ο ισορροπημένος εκσυγχρονισμός. Χώρες που τον έχουν αυτόν είναι το Ισραήλ και η Ιαπωνία, όπου κρατούν την ταυτότητα τους, κρατούν αυτό που είναι, και εκεί μέσα αναλαμβάνουν να προσλάβουν ότι καινούριο υπάρχει. Αυτός ο εκσυγχρονισμός, ο ισορροπημένος, είναι ο μόνος που μας ενδιαφέρει και είναι ο μόνος ο οποίος εξασφαλίζει την πορεία προς τον εκσυγχρονισμό χωρίς να γίνει ολοκληρωτισμός.

Αλλιώς θα κινδυνέψουμε, στα επόμενα χρόνια, να βουτηχτούμε σε μια βαθύτατη ομοιομορφία, η οποία δεν θα είναι απλά ομοιομορφία, θα είναι ξερίζωμα. Θα είναι δηλαδή, ουσιαστικά, μια μεγάλη χοάνη, ένα μεγάλο δοχείο, που θα αναμειγνύονται τα πάντα και θα βρίσκονται όλα ίδια. Προσέξτε αυτό, διότι οι λαοί που είναι σε φάση ανάπτυξης έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να πέσουν πρώτοι στο δοχείο αυτό.

Έλεγα πριν στις συνομιλίες που είχα με φίλους πριν την ομιλία και το λέω και συχνά, ότι οι μόνοι Ευρωπαίοι που γνωρίζω είναι οι Έλληνες. Οι Έλληνες βιάζονται. Γιατί βιάζονται. Βιάζονται να μπουν στο τρένο. Και οι Τούρκοι βιάζονται, άλλα έχουν τα προβλήματα τους. Και άλλοι λαοί βιάζονται. Οι Έλληνες είναι σε αυτούς που βιάζονται, γιατί μια μακρά Τουρκοκρατία, για πάρα πολλούς αιώνες, τους στέρησε την αίσθηση ότι ανήκουν στη Δύση, στην Ευρώπη, ότι ανήκουν στον κόσμο τον πολιτισμένο. Έχουν, λοιπόν, την αίσθηση ότι υπολείπονται. Η αίσθηση αυτή είναι ένα είδος εθνικής νεύρωσης κατωτερότητας. Είναι πολύ κακός σύμβουλος, διότι, μπορεί, πράγματι, να μας δημιουργήσει την εντύπωση, ότι οι άλλοι είναι πάρα πολύ μπροστά και εμείς πρέπει να τρέχουμε, να τους κυνηγήσουμε για να τους φτάσουμε. Σε τι είναι μπροστά οι άλλοι; Εδώ είναι ένα μεγάλο ερώτημα, που εμείς δεν το έχουμε.

Ξέρετε έχω περάσει πάρα πολλά χρόνια της ζωής μου έξω πηγαινοερχόμενος στη Δύση, το ερώτημα αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα. Είναι πολύ σημαντικό να βλέπουμε τα πράγματα με μια σφαιρική θέα. Δεν είναι ανάπτυξη, πάντοτε και μόνο, η οικονομική ευημερία. Υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία αποδεικνύουν ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει, με ανθρώπινους όρους, ένα πραγματικό επίπεδο ζωής που αξίζει κανείς να το ζήσει, για παράδειγμα, η μεγάλη κρατική οργάνωση που υπάρχει στη Δύση, μεγάλη η σημασία που έχει ο θεσμός για τον δυτικό άνθρωπο, πράγμα το οποίο κάνει τις συναλλαγές με το κράτος ευκολότερες, τις χρηματοδοτήσεις ευκολότερες, την φορολογία λιγότερο παράλογη, την επιστημονική έρευνα περισσότερο αποτελεσματική, την πολιτική την κάνει πιο διάφανη. Αυτά όλα υπάρχουν σε ορισμένα κράτη στη Δύση, όμως υπάρχει και ένα αντίτιμο για όλα αυτά. Το αντίτιμο είναι, ότι οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων τελούν σε υποβάθμιση. Για να μπορέσω να βάλω τον πατέρα μου κάτω από τον νόμο, όπως θα το κάνει ο Άγγλος, θα πρέπει τη σχέση με τον πατέρα μου, την πρωτογενή, να την ποδοπατήσω.

Τον αδερφό μου ή τον ξάδερφο μου, θα τον βάλω κάτω από τον νόμο, όπως θα σας βάλει οπωσδήποτε ένας Άγγλος ή Γερμανός. Αυτό σημαίνει μια υποβάθμιση της υπαρξιακής διάστασης της κοινωνίας. Εάν θελήσετε να προχωρήσετε τη σχέση σας, φιλική ή ερωτική, με ένα υποκείμενο, άνδρα ή γυναίκα από την Αγγλία, θα δείτε ότι δεν θα αλλάξει καθόλου το πρόγραμμα του ή της για χάρη σας. Δεν πρόκειται μια φορά που θα χτυπήσετε την πόρτα του να πει απλά σήμερα το απόγευμα αφού ήρθες είναι δικό σου. Θα πει “I am scheduled”. Δεν μπορώ σήμερα να σε δω. Θα το ήθελα πάρα πολύ. Ειδικά οι Άγγλοι έχουν την πολύ χαριτωμένη υποδήλωση, η οποία κάνει πιο όμορφη τη σχέση, διότι ποτέ δεν θα σου πει ο Άγγλος στα σοβαρά αυτό που σκέφτεται για σένα, σε καμιά περίπτωση. Αν, για παράδειγμα, δεν του αρέσει η ομιλία που κάνω τώρα, δεν θα πει τι χάλια τα είπε ο καθηγητής. Θα πει η σύζυγος του είναι ενδιαφέρουσα κοπέλα. Αυτό σημαίνει ότι αυτός δεν είπε τίποτα.

Λοιπόν, η υποβάθμιση των σχέσεων είναι ένα αντίτιμο. Παράδειγμα φέρνω της θεσμικής τελειότητας. Εκείνο που ο Άγγλος ζητάει να συζητήσετε μαζί του, δεν είναι περισσότερο κράτος, είναι περισσότερο διαφυγή. Για αυτό ακριβώς αν πάτε και δείτε αυτούς τους ανθρώπους στο rock πάρτυ τους την Παρασκευή, δεν θα τους γνωρίσεις, διαλύονται εντελώς. Την Δευτέρα όμως είναι με την γραβάτα τους, στη θέση τους, αγνώριστοι, ακίνητοι και απολύτως αποτελεσματικοί. Το σαββατοκύριακο είναι στουπί, σκνίπα. Είναι ακριβώς το υποκατάστατο αυτό που επιτρέπει τη λειτουργία του συστήματος.

Λοιπόν, δεν θέλω να σας επιβαρύνω με πράγματα για τα οποία έχω δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα. Δεν θέλω να χαλάσω την γιορτινή μέρα, αλλά είναι ένας προβληματισμός, πολύ σημαντικός.

Να ξέρετε ότι έχουμε να δώσουμε να δώσουμε και εμείς στη Δύση. Δεν έχουμε να πάρουμε μόνο. Πολύ σημαντικό αυτό. Έχουμε να δώσουμε πάρα πολύ σημαντικά πράγματα. Εγώ μπορώ να σας πω μετέχοντας σε δύο πανεπιστήμια, αυτή τη στιγμή, στη Δύση, όπου οι ορθόδοξες σπουδές αναπτύσσονται συγκλονιστικά γρήγορα, ότι αυτό το ξύπνημα του ενδιαφέροντος προέρχονται ακριβώς από την πραγματικότητα των ελλείψεων που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι.

Κάποτε ρώτησα έναν Άγγλο ορθόδοξο ιερέα, τώρα ορθόδοξος, προηγουμένως ήταν προτεστάντης, γιατί έγινε ορθόδοξος. Και λέει: «Γιατί ο Θεός αυτών εδώ είναι βαρόνος. Χτυπάς, χτυπάς, χτυπάς, τίποτα. Ο δικός σας Θεός μπαίνει στην ιστορία, στα σώματα, στην ιστορία, στα σώματα, στα πράγματα, γλεντάει, χαίρεται κάνει πολιτισμό. Πολύ μεγάλο το θέμα και θα μπορούσε να υπάρξει μια ολόκληρη διάλεξη πάνω στο πως η Θεολογία έχει να κάνει με την απελευθέρωση της φαντασίας και όχι με τον εγκλωβισμό της.

Ανακεφαλαιώνοντας όσα είπα, είναι σημαντικό να πηγαίνουμε στο μέλλον με ταυτότητα. Η ταυτότητα αυτή απορρέει από τη χρήση του παρελθόντος, διαλογικά με το παρόν. Να κρατούμε ότι σημαντικό έχουμε και να το δουλεύουμε, να το επεκτείνουμε και να προσλαμβάνουμε τα καινούρια πράγματα, αλλά με τρόπο διαλογικό, χωρίς να χάνουμε αυτό που έχουμε, το καλό. Να πούμε ότι εάν δεν το κάνουμε αυτό θα κινδυνέψουμε να μπούμε σε ένα μεγάλο ποτήρι, μεγάλο, ας το πω, δοχείο που τα πάντα θα αναμειχθούν και θα βρεθούμε αιχμάλωτοι και όχι ελεύθεροι.

Να πω επίσης ότι αυτό το ονομάζω ισορροπημένο εκσυγχρονισμό, δηλαδή έναν εκσυγχρονισμό, ο οποίος σέβεται την πραγματικότητα την ανθρώπινη. Και να πω επίσης, ως τελευταία ότι τη Δύση μην την φοβάστε, έχουμε να δώσουμε. Έχουμε να δώσουμε πολλά πράγματα και μας τα ζητάνε αυτά σήμερα και είναι σημαντικό να τα ξέρουμε. Και σας λέω, ειλικρινά, έχω πολλές φορές το βίωμα αυτό, έξω, ως καθηγητής, να έρχονται Έλληνες, οι οποίοι είναι τελείως άσχετοι από αυτό το οποίο υπήρξε ο Ελληνισμός στους αιώνες, και ερχόμενοι έξω, πιεζόμενοι από τις νέες συνθήκες, να ανακαλύπτουν ξαφνικά τον εαυτό τους και να μπορούν να δουν τον παππού τους και την γιαγιά τους ξανά στα μάτια. Πολλοί όμως δεν μπορούν αυτό το πράγμα να το ξέρουν.

Σκέφτομαι πολλούς Έλληνες δημοσιογράφους και πολιτικούς και λέω να μπορούσα να τους καταδίκαζα να περάσουν έξι μήνες συνεχώς έξω. Δεν λέω πολύ έξι μήνες και να μπουν στη ζωή της Δύσης, αμερικάνικη, αγγλική, γαλλική, γερμανική, για να καταλάβουν ακριβώς ότι οι πολιτισμοί έχουν το νόημα τους, τη σημασία τους και την αξία τους και ότι έχουμε να πάρουμε αλλά και να δώσουμε.

Είναι πολύ σημαντικό αυτό που έχουμε στα χέρια μας, την κοινωνικότητα στις σχέσεις, μια θρησκεία που σέβεται το σώμα, την ψυχή και τον πολιτισμό, ένα κράτος που μπορεί να είναι υπαρξιακό και όχι μόνο θεσμικό, και άλλα πολλά. Έχουμε, επομένως, και να δώσουμε, όχι μόνο να πάρουμε. Εδώ μπορώ να σταματήσω κύριε πρόεδρε.