Γυμνάσιο

Η διήγηση της γιαγιάς Σουμέλα

Όταν μας είπε η φιλόλογός μας για ένα διαγωνισμό με θέμα τη γενοκτονία των Ποντίων η καρδιά μου σκίρτησε. Όπως μαρτυράει και το επίθετό μου στις φλέβες μου κυλάει μικρασιάτικο αίμα. Ο παππούς μου ήταν πρόσφυγας από την Κυδωνία (Αϊβαλί) της Μ. Ασίας. Βέβαια τώρα θα σας διηγηθώ την ιστορία μιας θείας του παππού μου της γιαγιάς Σουμέλα όπως μας την είπε η ίδια.

Μετά την άλωση της θρυλικής Κωνσταντινούπολης οι Τούρκοι κρατούσαν ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου. Αργότερα πραγματοποιήθηκαν βίαιοι εξισλαμισμοί των Ελληνικών πληθυσμών. Αιώνες μετά, το 1911, πάρθηκε η τελική απόφαση για την εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου. Από εδώ και πέρα οι Τούρκοι φανατισμένοι επιτίθενται στα απομονωμένα χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα. Οι Τούρκοι χωρίς προσχήματα πια περνούν στην επίθεση. Από κάθε γωνιά του Πόντου και της Μικράς Ασίας έρχονται καταγγελίες για ψυχρές δολοφονίες οι οποίες αρχίζουν και αυξάνονται βαθμιαία. Οι άνθρωποι τρέμουν να βγουν απ’ τα σπίτια τους, αφού καθημερινά οι χωρικοί που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν δολοφονημένοι. Αυτό συνέβη και στον πατέρα της γιαγιάς Σουμέλα όταν σηκώθηκε πρωί πρωί να πάει στο χωράφι του χωρίς να ξέρει τι του έκρυβε εκείνη η μέρα αφού το μεσημέρι βρέθηκε δολοφονημένος στη μέση του χωραφιού του. Το ίδιο απόγευμα εισέβαλαν στο σπίτι της δύο Τούρκοι όταν η γιαγιά Σουμέλα ήταν πολύ μικρή. Τότε έγινε κάτι που δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Μπροστά στα μάτια της οι δύο Τούρκοι βίασαν και στραγγάλισαν τις πολυαγαπημένες αδελφές της. Ίσα που πρόλαβε να την φωνάξει η μητέρα της, την πήρε και έφυγαν. Πήγαν σ’ ένα μέρος και κρύφθηκαν, χωρίς να ξέρουν πως θα τους έβρισκαν… Δύο μέρες μετά η μητέρα της βρήκε τραγικό θάνατο… Ώσπου έφτασε η μέρα που διώχθηκαν όλοι οι Πόντιοι… Οι Τούρκοι εισέβαλαν στα χωριά για να τους διώξουν και δεν τους επέτρεπαν να πάρουν ούτε τα αναγκαία πράγματα μαζί τους. Γυμνοί, ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, όσοι δεν δολοφονούνταν, οδηγούνταν στα βουνά από τους άκαρδους Τούρκους… Οι περισσότεροι απ’ αυτούς βρήκαν τραγικό θάνατο κατά την πορεία από τα πολλά βασανιστήρια. Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολήσεις των χωριών και τις λεηλασίες να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των περιοχών που κατοικούνταν από Ποντίους. Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί και οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να εγκαταλείψουν τα χωριά τους για πάντα.

Έτσι, πάμφτωχοι, έχοντας αφήσει πίσω τους περιουσίες και πλούτη, έφτασαν ταλαιπωρημένοι στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στα χωριά της Θράκης και της Μακεδονίας.

Αυτά μας είπε η γιαγιά Σουμέλα και σκούπισε τα δάκρυα απ’ το πρόσωπό της. Θυμήθηκε πόσο άδικα χάθηκε η οικογένειά της. Δεν θα τους ξεχάσει ποτέ είπε με σκυμμένο το κεφάλι…

Κυδωνιέως Κωνσταντίνα
Γυμνάσιο Αρχιλόχου Μαρμαρά Πάρου
1ο Βραβείο Γυμνασίου



Η ιστορία του παππού μου

Η Βασιλική παρατήρησε το ρολόι, που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο του σαλονιού. Αν και μόλις εννιά χρονών ήξερε να καταλαβαίνει τι ώρα είναι. «Ο μικρός δείκτης είναι κοντά στο πέντε και ο μεγάλος κοιτάζει το έξι, άρα είναι πεντέμισι. Ο παππούς έχει αργήσει!» σκέφτηκε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας. Ο παππούς είχε φτάσει.

Αφού χαιρέτισε την υπόλοιπη οικογένεια, που ήταν στην κουζίνα, πήγε στο σαλόνι. Εκεί η μικρή Βασιλική τον περίμενε με αγωνία. Τα μεγάλα πράσινα μάτια της κοίταζαν προσεχτικά κάθε του κίνηση και σαν να φώναζαν την περιέργεια που έκρυβαν μέσα τους. Ο παππούς της είχε υποσχεθεί πως τώρα, που ήταν στην Αθήνα θα ερχόταν κάθε απόγευμα στις πέντε και θα της έλεγε «μια ιστορία από τα παλιά» που τόσο πολύ της άρεζε να ακούει! Ο παππούς δεν ερχόταν συχνά στην Αθήνα. Το σπίτι του ήταν στην Θεσσαλονίκη, αλλά ακόμα και αν η Βασιλική τον έβλεπε πολύ λίγες φορές το χρόνο, του είχε φυλάξει μοναδική θέση στην καρδιά της. Το ίδιο και ο παππούς.

«Λοιπόν, Βασιλική, ποια ιστορία θες να σου πω σήμερα;», ρώτησε ο παππούς με ένα πλατύ χαμόγελο.

«Όταν ήσουν μικρούλης, πιο μικρός και από μένα, τι έκανες», είπε με παράπονο η Βασιλική. «Δεν μου έχει πει καμιά ιστορία από τα παιδικά σου χρόνια!»

Τότε, μπορεί κανείς να πει πως ένα χαμόγελό του ξεθώριασε, πως οι ρυτίδες έγιναν πιο έντονες και πως τα φρύδια του έγιναν πιο βαριά. Μια ματιά στη Βασιλική, μια βαθιά εκπνοή και ο παππούς ξεκίνησε να αφηγείται…

«Στις 19 Μαρτίου του 1926 γεννήθηκα. Η ζωή, η καθημερινότητα εκεί, στο Βατούμ της Ρωσίας, ήταν ακόμα ήρεμη, φυσιολογική. Δεν υπήρχαν συγκρούσεις, έντονες αδικίες και διακρίσεις. Ακόμα βασίλευε η αγάπη, η ενότητα, η αλληλεγγύη. Και απ’ ό,τι μου έλεγε η μητέρα μου, ήμασταν όλοι σαν αδέλφια. Δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα σε Ρώσους και Έλληνες. Όλοι ήταν ίσοι. Αλλά, Βασιλικούλα μου, ήμουν πολύ μικρός την ημερομηνία που έγιναν τα γεγονότα, και εγώ και τα τρία αδέρφια μου, και γι’ αυτό το λόγο δεν θυμάμαι πολλά. Το μόνο που θυμάμαι καλά, είναι η ταραχή την ημέρα εκείνη στα πρόσωπα της μητέρας μου και του πατέρα μου, που αυτοί σίγουρα καταλάβαιναν κάτι περισσότερο από μας...». Ακολούθησε σιωπή.

Η Βασιλική κοίταξε απορημένη τον παππού. Είχε μπερδευτεί. Ποια μέρα; Γιατί είχαν ταραχτεί τόσο οι γονείς του παππού της; Δεν μπορούσε να καταλάβει.. Τον κοίταξε. Σαν να περνούσαν πολλές εικόνες, σκηνές, καταστάσεις από τα μάτια του. Κοιτούσε μπροστά, στον άσπρο τοίχο και το ρολόι. «Παππού, τι έγινε εκείνη την ημέρα;».

Ο παππούς έστρεψε το κεφάλι του αργά προς τη Βασιλική. Έμοιαζε σαν να ξαναζούσε τον εφιάλτη ενός ονείρου. «Εκείνη την ημέρα, Βασιλική μου, στις 28 Αυγούστου του 1930, μας έδιωξαν από τα σπίτια μας…». Σιωπή ακολούθησε πάλι.

«Ποιοι;», ρώτησε χαμηλόφωνα η Βασιλική.

«Οι Ρώσοι. Οι άνθρωποι εκείνοι, που πριν από λίγες μέρες ήμασταν μαζί, αγκαλιασμένοι. Οι φίλοι, οι γείτονες.. Όμως, τι να κάνουν κι αυτοί; Στις μέρες εκείνοι οι αρχηγοί έπαιρναν σκληρές αποφάσεις για το λαό, αψηφώντας τις συνέπειες… Η δίωξη, Βασιλική, άλλαξε τη ζωή τόσων ανθρώπων… η δίωξη, μια τραγωδία». Ο παππούς μιλούσε σιγά, σχεδόν από μέσα του και δεν κοιτούσε πλέον τη Βασιλική. Η ματιά του ήταν στραμμένη και πάλι μπροστά.

«Η ηλικία μου δεν με βοηθά πια να θυμάμαι πολλά. Όμως τα γεγονότα εκείνα έχουν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου και θα σβήσουν μόνο με το θάνατό μου. Οι κινήσεις όλων ήταν απότομες, βιαστικές, βουβές… γιατί, όχι μόνο η οικογένειά μου, αλλά ολόκληρος ο ελληνισμός του Πόντου διώχτηκε… Μπήκαμε σ’ ένα πλοίο μαζί με πολλούς άλλους, αφήνοντας πίσω τον τόπο μας, τα σπίτια μας, όλα αυτά που οι πρόγονοί μας πάλεψαν για να δημιουργήσουν. Που πηγαίναμε; Στην Ελλάδα, κουβαλώντας μόνο εμπειρίες από την πατρίδα, που μας έδιωξε και ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Το πλοίο θα μας πήγαινε κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη. Το ταξίδι θα ήταν μεγάλο, εφτά με δέκα μέρες περίπου η διάρκειά του. Σαν να μην τέλειωνε όμως ποτέ. Μαζί με τα αδέλφια μου καθόμασταν στην πλώρη. Ο Πόντος ήταν ήδη μακριά. Τώρα σαν παππούς μπορώ να φανταστώ την αγωνία των γονιών μου. Απ’ τη μια ο νους του θα πήγαινε σ’ αυτούς που μας έδιωξαν και απ’ την άλλη στο ποια θα ήταν η συμπεριφορά των ανθρώπων της νέας πατρίδας. Σ’ αυτήν την παιδική ηλικία, που ήμουν, θυμάμαι μόνο τη μητέρα να μας ετοιμάζει ψωμί με βούτυρο να φάμε. Θυμάμαι… μια μέρα, όταν άλειφε το βούτυρο πάνω στην άσπρη φέτα του ψωμιού, τη ρώτησα: «Μαμά, λίγο δεν μου ‘βαλες;». Ίσως μου φάνηκε λίγο, επειδή ήταν πάνω σε άσπρο ψωμί και όχι σε μαύρο, που είχα συνηθίσει… ίσως να ήταν και πραγματικά λίγο…» Ο παππούς σταμάτησε. Κοίταξε τη Βασιλική. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Ήπιε λίγο νερό και συνέχισε…

«Όταν φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, μείναμε στην Παναγία Φανερωμένη, στις Συκιές. Ακόμα, όμως, τίποτα δεν είχε τελειώσει. Τα χρήματα δεν έφταναν και έτσι, και τα τρία αδέρφια μου και εγώ, που ήμουν ο πιο μικρός, αρχίσαμε να δουλεύουμε. Φτιάχναμε «καρόπκες». Αυτές έμοιαζαν με ντουλαπάκια, με τσάντες. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν, γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι τις αγόραζαν. Τις είχαμε στη Ρωσία. Αργότερα, πουλούσαμε κάλτσες, φιστίκια, φουρφουράκια, κουλούρια στο καρότσι μας. Και μεγαλώσαμε…»

Ο παππούς σταμάτησε. Κοίταξε τη Βασιλική και το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπο. «Θέλεις να πάμε και μια βολτίτσα», ρώτησε καλοσυνάτα ο παππούς.

Η Βασιλική έγνεψε καταφατικά το κεφάλι της και σηκώθηκε: «Παππού, μετά απ’ όλα αυτά, που έχεις ζήσει και έχει δει, σίγουρα θα θέλεις να σταματήσουν κάθε είδους πόλεμοι και ταλαιπωρίες μεταξύ των ανθρώπων. Εξάλλου, όλοι είμαστε ίσοι, αδέρφια! Έτσι δεν είπες;»

«Ναι, Βασιλική. Αυτό που είπες τώρα, να μην το ξεχάσεις ποτέ στη ζωή σου, εντάξει; Και το καλύτερο είναι να το πεις και στους άλλους, να το καταλάβουν.» Έτσι, παππούς και εγγονή, χέρι – χέρι έκαναν μια ωραία βόλτα. Ο ένας έχοντας λύπη για το παρελθόν και εμπειρία, η άλλη δύναμη και ελπίδα. Μαζί, χέρι – χέρι μπορούν να βάλουν τα θεμέλια για ένα υπέροχο μέλλον!

Πρίντζιου Μαρία
Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη
2ο Βραβείο Γυμνασίου



Ο Ξεριζωμός των Ελλήνων μέσα από τα μάτια της προγιαγιάς μου

«Μανούλα μου», έτσι άρχιζε πάντα την αφήγησή της η γιαγιά του πατέρα μου, σα να ήθελε να χωθεί στην αγκαλιά της μάνας της και να μην ξαναδεί ή να μην ξαναζήσει έτσι αυτά που έγιναν, και που αφηγούνταν συχνά στα παιδιά της και σε άλλους όταν το έφερνε καμιά φορά η κουβέντα.

«Ήμουν 10 χρονών κορίτσι τότε, και χαράχτηκαν βαθιά μέσα μου αυτά που έζησα! Η ιδιόμορφη προφορά της και ο αργόσυρτος τόπος με την οποίο όταν μιλούσε κουνούσε πέρα – δώθε το κεφάλι της σα να ξαναζούσε όλα και να περνούσαν από μπρος της δεν άφηνε στον ακροατή καμία αμφιβολία για την αλήθεια όσων έλεγε.

«Δεν καταλάβαινα» έλεγε «τι σήμαινε για εμάς ο ερχομός του ελληνικού στρατού, έβλεπα όμως τους μεγάλους που ήταν σκεφτικοί και τώρα καταλαβαίνω καλά, τι σκέφτονταν. Όταν έφυγε προς τα πίσω ο στρατός μας, κανείς δεν μπορούσε ούτε στον εφιάλτη να φανταστεί αυτά που θα γίνονταν. Παντού ακούγονταν κραυγές ανθρώπων δικών μας που έφευγαν απ’ τα μέσα της Τουρκίας, για να σωθούν φωνάζοντας απ’ όπου περνούσαν φύγετε να σωθείτε θα σας σφάξουν οι τούρκοι. Οι χειρότεροι δε από όλους ήταν οι Τσέτες, βάρβαρο Μογγολικό φύλλο που στο διάβα του, έσφαζε και έκαιγε τα πάντα. Με μιας πάρθηκε η απόφαση να φύγουμε κι εμείς να σωθούμε. Ότι δούλεψαν κι έφτιαξαν οι πατεράδες μας τα αφήσαμε όλα πίσω μόνο να σωθούμε.

Επειδή δε γνώριζα τι σημαίνει προσφυγιά όταν η μάνα μου, μου πέρασε ένα μπόγο με κάποια χρήσιμα πράγματα στην πλάτη, εγώ και τα αδέλφια μου νομίζαμε ότι θα πηγαίναμε εκδρομή.

Βλέποντας όμως καθώς προχωρούσαμε χωριά που καίγονταν, κατάλαβα ότι κάτι άσχημο μας περίμενε. Επειδή το χωριό μας, είχε ποτάμι έπρεπε να περάσουμε από τρία γεφύρια. Αφού περάσαμε, φτάνοντας στο δεύτερο ανακαλύψαμε ότι οι Τούρκοι είχαν στήσει ενέδρα σε μια ομάδα προσφύγων λίγες ώρες νωρίτερα, και αφού τους έκλεψαν τα ζώα, σκότωσαν τους υπόλοιπους και μερικούς τους είχαν αποκεφαλίσει.

Δεν το είχα προσέξει στην αρχή, αλλά ήταν η κίνηση της μάνας μου, να μου κρύψει με το χέρι της το βλέμμα μου και η παιδική μου περιέργεια με έκανε να προσέξω καλύτερα.

Αμέσως άλλαξαν μέσα μου τα πάντα. Δεν ήξερα αν φοβήθηκα ή αν θύμωσα, κατάλαβα όμως παρότι μικρή, ότι τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα και ότι δε θα ξαναέβλεπα το σπίτι μου. Από εκεί και μετά τα πράγματα αγρίεψαν περισσότερο. Βγήκαμε από το δρόμο, για το φόβο ενέδρας και περνούσαμε μέσα από βουνά, αγκάθια, κακουχίες. Ο δρόμος μακρύς, τα λιγοστά τρόφιμα που πήραμε μαζί μας, τελείωναν και η μάνα μου, φρόντιζε να μας μοιράσει από λίγο ψωμί εμένα και τέσσερα αδέρφια μου. Συναντήσαμε μια ομάδα άλλη από το χωριό μου, που φεύγανε κι αυτοί και άκουσα που λέγανε για ένα χωριό που ζούσανε Αρμένιοι. Αυτούς οι Τούρκου τους είχαν μεγάλο άχτι. Τους άντρες τους είχαν σκοτώσει επί τόπου και τις γυναίκες και τα παιδιά, τους οδήγησαν σαν πρόβατα σε μαντριά και τους έσφαζαν έναν – έναν.

Ήταν δε τόσο το μίσος και η βαρβαρότητά τους που τις έγκυες τις άνοιγαν την κοιλιά και τις έπαιρναν τα μωρά. Αργότερα είχα ακούσει περιπτώσεις που πολλά μωρά τα είχαν σουβλίσει κιόλας. Από εδώ κι εμπρός δε μας ένοιαζε τίποτα, ούτε η πείνα ούτε η δίψα, ζούσαμε κι αναπνέαμε με την ελπίδα να φτάσουμε στα παράλια και να περάσουμε απέναντι. Όσο όμως ζυγώναμε, τόσο πιο πολλούς Τούρκους βλέπαμε μπροστά μας.

Αχ! «Γιαλαντζί» ντουνιά «ψεύτικε κόσμε, έλεγε και ξανάλεγε η γιαγιά. Η τύχη μας ήταν που πέσαμε σε έναν Τούρκο αξιωματικό που τον γνώριζε ο πατέρας μου, γιατί αυτός έκανε εμπόριο και ο πατέρας μου, του πουλούσε τα ζώα μας. Έφυγε μπροστά ο πατέρα μου και όταν ξαναγύρισε έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε και αφού πήρε τα σκουλαρίκια της μάνας μου και σταυρό το βαφτιστικό μου και ένα κομμάτι ύφασμα, που αργότερα έμαθα ότι είχε μέσα τα χρυσαφικά μας, τα παρέδωσε στον Τούρκο μπαξίσι, για να περάσουμε απέναντι.

«Τι τα θες παιδάκι μου, όσο περνάει ο καιρός, οι κακουχίες και τα βάσανα σβήνουν και μένουν στο μυαλό μόνο αυτά που χαράχτηκαν βαθιά. Να μην αξιώσει ο Θεός κανέναν να ζήσει πόλεμε» έλεγε κάθε φορά που τελείωνε το ψαχούλεμα της προσφυγιάς της.

Δόξαζε τον Θεό που σώθηκε αλλά είχε μια πίκρα στο βλέμμα της, που δεν ξαναείδε το σπίτι που γεννήθηκε και έπαιζε στα παιδικά της χρόνια.

Αντωνιάδου Βαΐα
5ο Γυμνάσιο Λάρισας
3ο Βραβείο Γυμνασίου