Λύκειο

 
Ημέρα μνήμης, ημέρα διδαχής

Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, αφού στις 19 Μαΐου του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα για να αρχίσει η δεύτερη και πιο σκληρή φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Βέβαια, αυτή η τραγική σελίδας στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια ιστορία, ούτε αρχίζει, ούτε τελειώνει το 1919.

Από το 1461 και την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ο Ποντιακός Ελληνισμός, δεν μπόρεσε να ζήσει παρά μόνο λίγες δεκαετίες ευημερίας και σχετικής ελευθερίας και αυτές κατά τον τελευταίο αιώνα της παρουσίας των Ελλήνων στον Πόντο. Το 1911 άρχισε να προωθείται το σχέδιο των Νεότουρκων για εξόντωση των Ποντίων και η εφαρμογή του έγινε σε πρώτη φάση κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε δεύτερη την περίοδο 1919 – 1923.

Βία, καταστροφές, τρομοκρατία, βιασμοί, πυρπολήσεις χωριών, απελάσεις, εξορίες, αποστολή στα τάγματα εργασίας, οργανωμένες και μαζικές δολοφονίες και συνεχείς φρικαλεότητες έγιναν με σκοπό την εξάλειψη του Ελληνικού και Χριστιανικού στοιχείου από την περιοχή, και τη σωματική και ψυχική εξαθλίωση των ανθρώπων που ζούσαν ειρηνικά στον Πόντο, παράγοντας πολιτισμό και αναπτύσσοντας την οικονομία της περιοχής. Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου κάποιος μπορεί να συναντήσει στην πράξη τόσο φανερά τον «ορισμό» της γενοκτονίας. Σκοπός αυτών των πράξεων, αυτών των εγκλημάτων, ήταν η δολοφονία όσων το δυνατόν περισσότερων Ελλήνων της περιοχής. Ούτε καν το οικονομικό πισωγύρισμα ή ο στιγματισμός στην παγκόσμια ιστορία δεν συγκίνησε τους φανατικούς και την ηγεσία των Τούρκων. Σ’ ένα σύνολο 700.000 ψυχών σκότωσαν τους μισούς Έλληνες Ποντίους και εκδίωξαν τους υπόλοιπους. Μαζί με τους Αρμένιους της περιοχής, οι χριστιανοί δεν ήταν μειονότητα αλλά η πλειοψηφία του πληθυσμού στον Πόντο και οι οικονομικοί και πνευματικοί μοχλοί του.

Αυτή η γενοκτονία «αλά τούρκα» έγινε με πονηράδα και δολιότητα, χωρίς ίχνος ελέους. Οι Νεότουρκοι άρχισαν μέσα από πόλωση και αναφορές στους Ποντίους ως εχθρούς του τουρκικού λαού, και προετοίμασαν έτσι το έδαφος, για να θερίσουν οι Κεμαλικοί και να εξολοθρεύσουν όσους το δυνατόν περισσότερους. Ήταν ένα στοχευμένο κυνηγητό, πρωτόγνωρο στην τότε παγκόσμια ιστορία. Έτσι, το 1923 οι τελευταίοι Έλληνες του Πόντου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τη ζωή τους και να κάνουν μια νέα, δύσκολη αρχή, σε ένα αβέβαιο μέλλον.

Τέτοια γεγονότα είναι απαραίτητα να εκλείψουν. Η βία γεννάει βία και κάθε γενοκτονία πυροδοτεί όλο και περισσότερο μίσος και οδηγεί θύτες και μερικές φορές θύματα σε ζωώδεις συμπεριφορές. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι εκείνη την εποχή σύμμαχοι των Τούρκων ήταν οι Γερμανοί και τους υποστήριξαν σε πολλές ενέργειές τους. 15 χρόνια μετά, οι Γερμανοί έκαναν μια «δικιά τους» γενοκτονία με θύματα εκατομμύρια Εβραίους και Αθίγγανους, ενώ ο κτηνωδίες τους κηλίδωσαν την παγκόσμια ιστορία. Μερικά χρόνια αργότερα, τα θύματά τους οι Ισραηλινοί, εξελίχθηκαν ε μια από τις πιο επιθετικές χώρες του κόσμου και προκαλούν ένα πλήθος πολέμων.

Εκτός από το μίσος και τις διαφορές που δημιουργούνται ανάμεσα στα έθνη, η ανθρώπινη ύπαρξη χάνει την αξία της. Στην εποχή που ζούμε η ανάγκη για κοινωνίες με ένα ανθρώπινο πρόσωπο και για ουμανιστικές αρχές είναι μεγάλη. Είναι απαράδεκτο λοιπόν, σοβινιστικά και εθνικιστικά συναισθήματα να υπερέχουν της ανθρώπινης ζωής. Με το παγκοσμιοποιημένο κοινωνικό και οικονομικό μας σύστημα μάλιστα είναι ακόμα πιο εμφανές ότι τα μίση πρέπει να εξαλειφθούν και όχι τα έθνη.

Γι’ αυτό ο θύτης σε κάθε περίπτωση πολέμου ή γενοκτονίας πρέπει να τιμωρείται και να στιγματίζεται για να εξαρθρωθούν αυτά τα φαινόμενα. Και μόνο δηλαδή, η γενικευμένη κρίση που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από μια γενοκτονία ή έναν πόλεμο, δείχνει ότι αυτή η μεταβατική για την ανθρωπότητα περίοδος, δεν αντέχει έντονους κραδασμούς.

Σε τελική ανάλυση, στον 21ο αιώνα πλέον, οφείλουμε στον άνθρωπο και τον πολιτισμό του κάτι καλύτερο από τις φρικαλεότητες του 20ου αιώνα. Η παγκόσμια κοινότητα με τη νέα της μορφή αποκτάει και νέα προβλήματα αξιών και δυσλειτουργίες που οφείλει να επιλύσει. Γι’ αυτό, τα μίση ανάμεσα στους λαούς πρέπει να εξαλειφθούν.

Όσο γι’ αυτή την τραγική σελίδα στην παγκόσμια ιστορία, τη γενοκτονία των Ποντίων, αυτοί οι άνθρωποι και τα μαρτύρια τους αποτελούν απόδειξη της φρίκης που προκαλεί ένα τέτοιο γεγονός και αυτοί που τους σκότωσαν ένα αποκρουστικό παράδειγμα του πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Και ο πολύχρονος αγώνας των Ποντίων για να αποκτήσουν τη ζωή που έχασαν από τη λαίλαπα του φανατισμού και να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους, παρά τα όποια εμπόδια, ας είναι φωτεινό παράδειγμα για όλους. Ας μην λησμονηθούν. Ας μάθουμε κάτι από αυτούς!

Μακρόπουλος Γ. Ιωάννης
Γ’ Λυκείου
4ο Γ.Ε.Λ. Ηλιούπολης Αθήνας
1ο Βραβείο Λυκείου



19.05.1919. Λεηλασίες, σφαγές, εξοντώσεις…

«Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα, να τελειώνουμε».

Αυτά τα λόγια είχαν ειπωθεί από τους Τούρκους αξιωματικούς οι οποίοι όπως φαίνεται, θεωρούσαν το τότε ακμαίο ελληνισμό του Πόντου ως τροχοπέδη στις επιδιώξεις και προσδοκίες τους. Είναι πάλι χαρακτηριστικό ότι με την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού στις αρχές του 20ου αιώνα και με την ταυτόχρονη εξέλιξη του εμπορίου του Πόντου από τους εκεί Έλληνες, τροφοδότησε τις εντάσεις κυρίως το μίσος των Τούρκων εθνικιστών εναντίον των Ελλήνων, πράγμα που γίνεται φανερό με την εχθρική στάση των πρώτων.

Καταλαβαίνουμε από διάφορες μαρτυρίες ότι οι Τούρκοι με αρχηγό τους τον Κεμάλ πασά (τον μετέπειτα Ατατούρκ) προχώρησαν σε μια μεθοδευμένη εξόντωση (γενοκτονία) του ελληνικού στοιχείου του Εύξεινου Πόντου με τις «ευλογίες» Γερμανών και Σοβιετικών. Βέβαια ένα σημαντικός οργανωτής και υποκινητής της δίωξης και γενοκτονίας των Ελληνοποντίων ήταν ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς. Βάσει σχεδίου λοιπόν οι Τούρκοι με την υποστήριξη των συμμάχων προχώρησαν αρχικά σε προπαγάνδα του τουρκικού τύπου κατά των εκεί Ελλήνων τους οποίους και καλούσαν σε «εκούσια μετανάστευση».

Φυσικά ο όρος αυτός αποτελούσε σχήμα κατ’ ευφημισμόν αφού κάθε άλλο από «εκούσια» μετανάστευση ήταν. Οι Έλληνες του Πόντου έπρεπε, «όφειλαν» εξ αναγκάζονταν από τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά εδάφη τους και να φύγουν για πού; - ούτε ένοιαζε την τουρκική κυβέρνηση. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν να «απαλλαχθούν από το βάρος τους». Παράλληλα για να κάνουν τη ζωή των ανθρώπων αυτών δυσκολότερη προχωρούσαν σε μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών ή και ολόκληρων ελληνικών χωριών από τα παράλια του Πόντου στο εσωτερικό της Μ. Ασίας.

Επίτασαν τα σπίτια τους και προέβαιναν σε διάφορες επιβαρύνσεις δυσχεραίνοντας κυρίως το εμπόριο των Ελλήνων. Όμως το πιο οδυνηρό ήταν οι εξαντλητικές οδοιπορίες πολλών Ελλήνων μέσα στο κρύο, στο χιόνι, στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, πεινασμένοι και εξαντλημένοι σωματικά και ηθικά. Σκηνές ομολογουμένως ανατριχιαστικές στα τάγματα εργασίας – τα λεγόμενα αμελέ ταμπουρού - αναπαριστάνονται στα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου και καταδεικνύουν την ωμότητα του πολέμου επιβεβαιώνοντας τη φρίκη της Γενοκτονίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί δεν αποδέχονται τη Γενοκτονία των Ποντίων προβάλλοντας διάφορε προφάσεις και άλλοι για ιστορικούς λόγους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη νεοελληνική ιστοριογραφία, γενοκτονία και οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων δεν υπάρχει. Θα μπορούσαμε να πούμε δηλαδή ότι είναι «μια σφαγή στο περιθώριο της Ιστορίας». Όμως το γεγονός ότι δεν είναι επίσημα καταγεγραμμένη σε πολλές πηγές, αυτό δεν σημαίνει και ότι δεν υπήρξε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τους εκεί Έλληνες τους μεταχειρίζονταν σαν ξένους. Του ονόμαζαν ραγιάδες (κοπάδια) και δεν τους ήθελαν παρά μόνο για να τρέφουν τον μουσουλμανικό λαό. Σε όλο τον Πόντο η καταστροφή του ελληνικού στοιχείου είναι κολοσσιαία. Η μεν ύπαιθρος χώρα απώλεσε το 75% του πληθυσμού της και οι πόλεις το 30%. Την βαρβαρότητα των Τούρκων και των συμμάχων τους εναντίον των Ποντίων υπογραμμίζει το παρακάτω γεγονός:

«Συγκέντρωσαν νύχτα 3-4 χιλιάδες ανθρώπους με την πρόφαση ότι θα τους μιλήσει ο μουτεσαρίφης. Τους πήγαν βίαια στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς τρόφιμα και ρούχα».

Παρατηρούμε δηλαδή ότι η πολιτική των Νεότουρκων εξέφραζε τη νέα πρακτική του εθνικισμού, που ψυχρά επιλέγει το θύμα και εκπονεί συγκεκριμένες στρατηγικές με στόχο των εξόντωσή του.

Οι Έλληνες έφυγαν εγκαταλείποντας σπίτια, εκκλησίες και ολόκληρα χωριά ακολουθώντας το δύσκολο δρόμο της προσφυγιάς. Η προσφυγιά είναι πολύ δύσκολη καθώς, όπως το λουλούδι που ξεριζώνεται δύσκολα ξαναριζώνει, έτσι και οι πρόσφυγες με πολλές δυσκολίες κατάφεραν να κατοικήσουν σε έναν άλλο τόπο και να ενσωματωθούν με τους εκεί γηγενείς.

Ομολογουμένως η Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού αποτελεί μια τραγική σελίδα στην Ιστορία της Μικράς Ασίας και ειδικότερα του Πόντου. Η ανάδειξη λοιπόν, και ενθύμηση, πάλι, αυτού του φρικιαστικού γεγονότος υπογραμμίζει την ανάγκη να μην επαναληφθούν αυτά τα γεγονότα ή άλλα παρόμοια.

Αδήριτη ανάγκη κάθε χώρας είναι να σέβεται και τους άλλους πολιτισμούς που ζουν σ’ αυτήν. Να φέρεται με ξενοφοβία και ρατσισμό τα οποία έχουν ως απόρροια –δυστυχώς- τέτοιες οδυνηρές καταστάσεις.

Η αγάπη και η συμφιλίωση είναι αναγκαίες για την πρόοδο και την προκοπή, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν επιτυγχάνονται όταν υπάρχει μίσος και φοβία. Ο σεβασμός της ζωής του άλλου συνεπάγεται και σεβασμό της δικής μας. Ο καθένας αλλά και οι κυβερνόντες οφείλουν δηλαδή να καταλάβουν ότι μια ειρηνική συνύπαρξη είναι πιο κερδοφόρα από μια πύρρεια νίκη έναντι του άλλου.

Η θεωρία του ρατσισμού και του αποκλεισμού είναι αξιοκατάκριτες και σε καμία περίπτωση δεν συμβαδίζουν με κανένα προοδευτικό κράτος το οποίο επιθυμεί να διευρύνει τους ορίζοντες του αποσκοπώντας να εισχωρήσει ως ισότιμο κράτος - μέλος στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Παρχαρίδης Κωνσταντίνος
4ο Γ.Ε.Λ. Δράμας
2ο Βραβείο Λυκείου



90 χρόνια μετά και θυμόμαστε ακόμη

19 Μαΐου… Ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των ποντιακών πληθυσμών της Μ. Ασίας… Ημέρα οδύνης για τις χαμένες πατρίδες, τα χαμένα εδάφη, τις χαμένες περιουσίες, τις χαμένες ζωές… Ημέρα οργής για ό,τι συνέβη τότε…

Ημέρα συμβολική… Γιατί μπορεί να ήταν 19 Μαΐου όταν τα κεμαλικά στρατεύματα μπήκαν στην Σαμψούντα και άρχισε ο αγριότερος διωγμός κατά χριστιανών στην ιστορία, αλλά στην πραγματικότητα οι βιαιοπραγίες είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα.

Ήδη από το 1914 οι Έλληνες φαίνεται να γνωρίζουν τις προθέσεις των Τούρκων. Στις 15 Μαΐου του ίδιου χρόνου η πολιτιστική δραστηριότητα των Ελλήνων παραλύει. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλείνει όλες τις εκκλησίες και τα σχολεία σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς τις Μεγάλες Δυνάμεις. Δεν ασχολείται, όμως, κανένας Ευρωπαίος μαζί τους.

Τους αφήνουν απροστάτευτους στο έλεος των Τούρκων. Έχουν ν’ ασχοληθούν με άλλα πράγματα. Έχουν μπροστά τους τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να «βολέψει» περισσότερο τους Τούρκους απ’ αυτόν τον πόλεμο; Έχουν πλέον την ελευθερία κινήσεων να θέσουν σε εφαρμογή τα σχέδιά τους…

Πράγματι. Το 1915 ξεσπάει ο πρώτος διωγμός των Αρμενίων και ακολουθεί το 1916 η εκπόνηση του σχεδίου εξόντωσης των Ελλήνων του Πόντου από τους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλάτ. Η κατάσταση τραγική… Μόνος σκοπός των Τούρκων η σφαγή…

Το σχέδιο προέβλεπε αυτολεξεί: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Απάνθρωπο… Το μαρτύριο τους μόλις είχε αρχίσει… Άντρες ηλικίας 16060 επιστρατεύονταν σε Τάγματα Εργασίας. Απαγορεύτηκε σε Έλληνες να εργάζονται ελεύθερα και στους μουσουλμάνους να έχουν επαγγελματικές συναλλαγές με χριστιανούς.

Αρχικά οι επιθέσεις είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Έφοδοι σε απομονωμένα χωριά του ελληνισμού, φόνοι, λεηλασίες, αρπαγές. Σύντομα, όμως, η επίθεση γενικεύεται. Τα σποραδικά κρούσματα βίας, καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών γίνονται σύστημα… Ο καθένας μπορούσε να βρεθεί δολοφονημένος ανά πάσα στιγμή… Οι οθωμανικές αρχές προτρέπουν να μην υπάρξει έλεος για κανέναν… σκοπός; Η αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των περιοχών και ο ευκολότερος εκτουρκισμός αυτών που θα απομείνουν.

Τα γεγονότα αυτά αναγκάζουν χιλιάδες Έλληνες των παραλίων να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Να εγκαταλείψουν το χώρο στον οποίο ζούσαν εδώ και αιώνες, για να μετοικίσουν σε άλλα μέρη, άγνωστα και ασφαλέστερα.

Αν και δημιουργήθηκε Ποντιακό αντάρτικο (1917) και παρότι στην ακμή του κατάφερε σημαντικά πλήγματα στον τουρκικό στρατό, στην ουσία δεν άλλαξε και δεν καθόρισε καθόλου το αποτέλεσμα των διωγμών που είχαν ξεσπάσει. Αντάρτες δολοφονούνταν από Τούρκους και οι Τούρκοι δολοφονούνταν από αντάρτες. Ομήρους δεν κρατούσε κανείς. Οι άλλες ήσυχες και ειρηνικές περιοχές του Πόντου είχαν μετατραπεί σε φονικά πεδία συγκρούσεων… Αντιπροσώπευαν πλέον τη δυστυχία… Αντιθέτως το 1919 ξεσπάει νέος σκληρότερος διωγμός, συντονιστής του οποίου ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ.

Με την υποστήριξη των Άγγλων οι Τούρκοι εισβάλλουν στην Σαμψούντα. Το δεύτερο κύμα εκτοπισμών είναι πολύ αγριότερο. Έλληνες εξορίζονται εν μέσω κακοκαιρίας. Ούτε τρόφιμα μπορούν να προμηθευτούν, ούτε αρρώστους να φροντίσουν, ούτε σε κατοικημένα μέρη να σταθμεύσουν κατά τη διάρκεια της πορείας τους… Οι αδύναμοι εγκαταλείπονται στο έλος της φύσης… Τα βασανιστήρια, όμως, δεν σταματούν εδώ… Αναγκάζονται όλοι να μπαίνουν σε λουτρά με θερμοκρασία νερού 40 C, δήθεν για λόγους υγιεινής. Και αμέσως μετά τους βγάζουν γυμνούς στο χιόνι να περιμένουν, για τουλάχιστον μία ώρα, τον αστυνόμο για καταμέτρηση. Ακολουθεί ο «γιατρός», ο οποίος τους εξετάζει και χαρακτηρίζει άρρωστους τους υγιείς, οι οποίοι στη συνέχεια στέλνονται στο νοσοκομείο και θανατώνονται. Μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες λέξεις για να χαρακτηριστεί αυτό το αιματοβαμμένο παρελθόν. Με μία λέξη, όμως, αυτό που κάνανε είναι απλώς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ.

Όσοι τελικά κατάφεραν να ξεφύγουν από τη μανία των Τούρκων και να περάσουν στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν είτε σε αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, είτε στις γύρω περιοχές αστικών κέντρων (κυρίως της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Άλλωστε στις περισσότερες οικογένειες έλειπαν οι άντρες και αυτό έκανε την επιβίωση δυσκολότερη. Αλλά τελικά οι διωγμένοι τα κατάφεραν…

Συνέχισαν τη ζωή τους, πονώντας πάντοτε για ό,τι έγινε, αλλά κοιτάζοντας πάντα μπροστά, χτίζοντας το μέλλον και δίνοντας σε όλους μας ένα μάθημα… Η ζωή συνεχίζεται… Πάντα κοιτάμε μπροστά…

Τώρα πια όλοι ξέρουμε πως ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω… Τίποτε δε διορθώνεται… Μπορούμε, όμως, να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο εμείς… Να «ξαναζήσουμε» ό,τι έγινε, να μάθουμε και να μην επιτρέψουμε ποτέ ξανά να νιώσει άνθρωπος τέτοιο πόνο και ταπείνωση… Μέσα από την εξαθλίωση του δικό τους κόσμου, μπορούμε να χτίσουμε εμείς, έναν κόσμο καλύτερο… Ας μην αφήσουμε, λοιπόν, ποτέ ξανά άνθρωπο να νιώσει τέτοιο μίσος από άνθρωπο.

Τσικριτέα Βασιλική
3ο Γενικό Λύκειο Βύρωνα
3ο Βραβείο Λυκείου