Ο Εύξεινος Πόντος στην αρχαίοτητα και η σχετική επιστημονική έρευνα

του Μανώλη Μανωλεδάκη
Λέκτορα Κλασικής Αρχαιολογίας, Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών, Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας


Όταν γίνεται λόγος για τον Εύξεινο Πόντο στην αρχαιότητα, συνήθως ο νους μας πηγαίνει αυτομάτως στην αργοναυτική εκστρατεία και το χρυσόμαλλο δέρας στην Κολχίδα, σε μυθολογικό επίπεδο, ή, σε ιστορικό επίπεδο, στον αποικισμό και τις ελληνικές αποικίες γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα: τη Σινώπη, την Αμισό, την Τραπεζούντα, το Παντικάπαιο, τη Φαναγόρεια, την Ολβία, την Ίστρια, την Μεσημβρία και τόσες άλλες, μέχρι τα ΒΑ πέρατα του γνωστού κόσμου.

Γιατί, αξίζει να τονίσουμε ότι, σύμφωνα με τις γεωγραφικές γνώσεις των Ελλήνων μέχρι και τον 7ο αιώνα π.Χ., η Οικουμένη τελείωνε στα ΒΑ στον Εύξεινο Πόντο και τον Καύκασο, ενώ πιο πέρα υπήρχε ο Ωκεανός, που κατά τη γεωγραφική αντίληψη της εποχής του Ομήρου, περιέβαλλε τη γη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αία, δηλαδή η Κολχίδα, βρισκόταν κατά τον Όμηρο στο σημείο όπου ανατέλλει ο ήλιος ή, κατά τον Μίμνερμο, εκεί όπου ο Ήλιος φυλάει τις ακτίνες του μέσα σε χρυσό θάλαμο, και κατά τον Απολλώνιο το Ρόδιο στις εσχατιές της γης. Το ίδιο υποδηλώνεται και από την τιμωρία των δύο αδερφών Άτλαντα και Προμηθέα, που λάμβανε χώρα στο δυτικό και ανατολικό άκρο του κόσμου αντίστοιχα, στις Ηράκλεις Στήλες (στο Γιβραλτάρ) και στον Καύκασο.

Αν επιμείνουμε σκεπτόμενοι τον αποικισμό της Μαύρης Θάλασσας, είναι πολύ πιθανό να φτάσουμε συνειρμικά στο γενικότερο ζήτημα του ελληνικού αποικισμού και τότε ανακύπτει η περιοχή που αποτέλεσε το άλλο σπουδαίο πεδίο δράσης των Ελλήνων αποίκων, η Κάτω Ιταλία και η Σικελία, η λεγόμενη Μεγάλη Ελλάδα. Για τον κάπως πιο ειδικό, αλλά ίσως και όχι μόνο, αυτή είναι η στιγμή που ξεκινάει η αναπόφευκτη σύγκριση: τι γνωρίζουμε για το ένα μέρος (τον Εύξεινο Πόντο) και τι για το άλλο (τη Μεγάλη Ελλάδα), στο θέμα πάντα του ελληνικού αποικισμού; Τι έρευνες, κυρίως αρχαιολογικές, έχουν γίνει στη μια περιοχή και τι στην άλλη; Υπάρχουν διαφορές και πού οφείλονται;

Είναι γεγονός ότι η αποικιστική δραστηριότητα των Ελλήνων στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία είναι περισσότερο γνωστή από ότι η αντίστοιχη στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Από τις αρχαίες γραπτές πηγές γνωρίζουμε περισσότερα για την πρώτη περιοχή, αναφορικά με θέματα που αφορούν στη χρονολόγηση ίδρυσης συγκεκριμένων αποικιών, την ταυτότητα των αποίκων, ακόμα και στην ίδια τη διαδικασία της ίδρυσης κάποιων πόλεων.

Ωστόσο, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η, συγκριτικά πάντα, μειωμένη ανασκαφική δραστηριότητα σε μεγάλα τμήματα των παρευξείνιων εκτάσεων, όπως κυρίως στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Εδώ οι λόγοι είναι διάφοροι, και κατ’ αρχήν ιστορικο-πολιτικοί: η λεγόμενη Μεγάλη Ελλάδα ανήκει σε ένα κράτος, την Ιταλία, με διαρκή ανάπτυξη από το 18ο αιώνα και μετά, γεγονός που προσέφερε ευνοϊκό έδαφος για τη διενέργεια ανασκαφών. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς, σχεδόν χωρίς καμία δόση υπερβολής, ότι εκεί γεννήθηκε η έμπρακτη κλασική αρχαιολογία, κάπου στο 18ο αιώνα, αφού οι πρώτες οργανωμένες απόπειρες αρχαιολογικών ανασκαφών στον ευρωπαϊκό χώρο έγιναν εκεί, στις ελληνικές αποικίες. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, ελλείψει άλλων ευρημάτων μέχρι τότε, τα ευρήματα που ήρθαν στο φως θεωρήθηκαν ρωμαϊκά, κάτι που άλλαξε μόνο όταν άρχισαν οι πρώτες ανασκαφές και στην κυρίως Ελλάδα, μετά την απελευθέρωσή της, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Έτσι, αυτούς τους τελευταίους δύο αιώνες οι ελληνικές αποικίες εκεί ερευνήθηκαν συστηματικά από κάθε άποψη και αποτέλεσμα των ερευνών αυτών είναι και η συγκριτικά καλύτερη εικόνα μας για τον αποικισμό της Μεγάλης Ελλάδας στην αρχαιότητα.

Αντίθετα, ο παρευξείνιος χώρος έτυχε να βρίσκεται για πολλές δεκαετίες μοιρασμένος ανάμεσα σε τέσσερα αρχικά και αργότερα έξι διαφορετικά κράτη, σε συχνά δύσκολες ιστορικές καταστάσεις, και μόνο εντελώς πρόσφατα αρχίζει να περνάει μια περίοδο, σχετικής και πάλι και όχι παντού, σταθερότητας.

Η στρατηγική-πολιτική ιδιαιτερότητα της περιοχής, μοιρασμένης ανάμεσα στα δύο ψυχροπολεμικά μπλοκ, με σοβιετικές και νατοϊκές βάσεις και επικίνδυνες συνοριακές ζώνες, οι πολιτικές εσωστρέφειας μέχρι το 1989 και «εθνικής σκοπιμότητας», τα περιορισμένα κρατικά κονδύλια για αρχαιολογική έρευνα, αλλά και η απουσία των μεγάλων και δραστήριων ευρωπαϊκών αρχαιολογικών σχολών και η δράση τους μόνο στην Τουρκία, την μόνη νατοϊκή χώρα της περιοχής, και εκεί αποκλειστικά στη Μ. Ασία με τις πιο εντυπωσιακές αρχαιότητες (Μίλητος, Έφεσος κ.τ.λ.), είναι μερικοί από τους λόγους της υστέρησης της Μαύρης Θάλασσας ως προς την Ιταλία στον τομέα για τον οποίο γίνεται λόγος.

Από την άλλη, οι όποιες συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες που λάμβαναν χώρα, ιδιαίτερα στα εδάφη της σημερινής Ουκρανίας και κατά δεύτερο λόγο της Ρουμανίας μέχρι το 1990 και οι πολυάριθμες σχετικές δημοσιεύσεις παρέμεναν σχεδόν άγνωστες στην επιστημονική κοινότητα του δυτικού κόσμου – κυρίαρχη στην επιστήμη της ελληνικής ιστορίας και αρχαιολογίας. Οι λόγοι είναι η έλλειψη μεταφρασμένων δημοσιεύσεων από τις γλώσσες των παρευξείνιων χωρών στις δυτικές γλώσσες, γεγονός που εμπόδισε την ένταξή τους στη διεθνή βιβλιογραφία για τον Εύξεινο Πόντο, αλλά και η μικρή δυνατότητα επιστημονικών επαφών ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.

Σήμερα, ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν. Το τέλος του ψυχρού πολέμου επέτρεψε την πτώση και του επιστημονικού τείχους που υπήρχε ανάμεσα σε ανατολική και δυτική Ευρώπη. Κατά συνέπεια, επιστήμονες από τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τις τρεις νέες παρευξείνιες χώρες – πρώην σοβιετικές δημοκρατίες Ουκρανία, Ρωσία και Γεωργία, ταξίδεψαν στη Δύση, μετέφεραν εκεί τα αποτελέσματα των ερευνών τους για την ιστορία και την αρχαιολογία των περιοχών τους και τα έργα τους μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Αντίστροφα, οι δυτικοί επιστήμονες, που πράγματι από καιρό είχαν ενδιαφέρον για την αρχαιότητα στη Μαύρη Θάλασσα, μπόρεσαν να ταξιδέψουν σ’ αυτήν και να δημιουργήσουν επιστημονικά προγράμματα (ανασκαφικά ή άλλα) σε συνεργασία συνήθως με τους ντόπιους φορείς, από τα οποία τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει και προκύπτει πλήθος νέων επιστημονικών δημοσιεύσεων.

Φαίνεται λοιπόν πως έχει έρθει η στιγμή ο Εύξεινος Πόντος να αποκτήσει κι αυτός την ισάξια με αυτή της Μ. Ελλάδας θέση του στο χώρο των επιστημών της αρχαιότητας. Οι νέες έρευνες θα ρίξουν φως σε πολλά σκοτεινά σημεία και όπως συνήθως συμβαίνει αυτό θα αρχίσει με την έλευση νέων απαντήσεων στα πιο στοιχειώδη και κλασικά ερωτήματα.

Και αναφέρω ένα παράδειγμα:

Μιλήσαμε προηγουμένως για την αργοναυτική εκστρατεία και τον ελληνικό αποικισμό, τους οποίους ορισμένοι συνδέουν – και είναι πράγματι αρκετοί. Το ζήτημα αφορά βέβαια στο βασικό ερώτημα «πότε έφτασαν οι Έλληνες για πρώτη φορά στον Εύξεινο Πόντο;». Στο ερώτημα αυτό απαντήσεις μπορεί να προέλθουν από τρεις πηγές: τη μυθολογία, τα αρχαία ιστορικά κείμενα και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Είναι ενδιαφέρον ότι η κάθε μια από αυτές τις πηγές δίνει και διαφορετική χρονολόγηση.

Σε ότι αφορά τη μυθολογία, είναι γνωστό ότι ο πιο χαρακτηριστικός μύθος που αναφέρεται στον Εύξεινο Πόντο, ο οποίος μάλιστα καλύπτει γεωγραφικά όλη τη θάλασσα μέχρι το ανατολικό της άκρο, είναι αυτός της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Αν δεχτούμε ότι πολεμικά γεγονότα και εκστρατείες της μυθολογίας είναι εμπνευσμένα από πραγματικά αντίστοιχα γεγονότα και ότι ο Τρωικός Πόλεμος αντικατοπτρίζει γεγονότα του 12ου αιώνα π.Χ., σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, τότε η Αργοναυτική Εκστρατεία αναφέρεται σε γεγονότα που έγιναν ακόμα νωρίτερα, ίσως το 13ο αιώνα, αφού ανάμεσα στους Αργοναύτες συναντούμε γονείς πολεμιστών του Τρωικού πολέμου. Επομένως, μια σύνδεση του αργοναυτικού μύθου με τον ελληνικό αποικισμό στη Μαύρη Θάλασσα, θα χρονολογούσε την εκκίνηση του τελευταίου από τη μυκηναϊκή ήδη εποχή.

Από την άλλη, από τις πληροφορίες που συναντούμε για τον αποικισμό στα κείμενα των συγγραφέων της αρχαίας και βυζαντινής περιόδου προκύπτει ότι οι Έλληνες έφτασαν στον Εύξεινο Πόντο το νωρίτερο τον 8ο αιώνα π.Χ., ενώ τα πρώτα ελληνικά αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή δεν ξεπερνούν προς τα πίσω το δεύτερο τέταρτο του 7ου αιώνα π.Χ., δημιουργώντας έτσι μια διαφορά 5-6 αιώνων από την υποτιθέμενη αργοναυτική εκστρατεία.

Για τον επιστήμονα, ασφαλώς η μυθολογία δεν μπορεί να αποτελέσει το πιο αξιόπιστο εργαλείο για την παροχή έγκυρων απαντήσεων σε ιστορικά ερωτήματα. Αλλά και οι πληροφορίες των γραπτών πηγών είναι κι αυτές συχνά αμφίβολης ορθότητας. Σημειώνω ενδεικτικά το γεγονός ότι, σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, η Τραπεζούντα υπήρξε αποικία που ιδρύθηκε από τη Σινώπη, ενώ αλλού διαβάζουμε ότι η Τραπεζούντα ιδρύθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. και η Σινώπη τον 7ο, δηλαδή έναν αιώνα μετά την ίδια της την αποικία, κάτι που βέβαια είναι αδύνατο.

Αντιθέτως, τα αρχαιολογικά ευρήματα προσφέρουν συνήθως πολύ υψηλότερο βαθμό αξιοπιστίας, με την έννοια ότι αν βρεθεί σε μια περιοχή πληθώρα ελληνικών αντικειμένων του 7ου αιώνα, αυτό σημαίνει ότι η περιοχή αυτή είχε επαφές με την Ελλάδα το αργότερο από τον αιώνα αυτό και μετά. Το ερώτημα εδώ είναι «είμαστε σίγουροι για το τι γινόταν πιο πριν; Έχουμε σκάψει ολόκληρη την περιοχή, ώστε να πούμε με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχουν και ακόμα αρχαιότερα ελληνικά ευρήματα;». Η απάντηση είναι ασφαλώς αρνητική, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την περιοχή του Εύξεινου Πόντου.

Αλλά να προσθέσουμε και ένα άλλο ερώτημα: είναι σίγουρο ότι η ίδρυση των πρώτων ελληνικών αποικιών στη Μαύρη Θάλασσα σηματοδοτεί και την πρώτη επαφή των Ελλήνων με την περιοχή; Μπορεί η παρουσία των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο να αποδεικνύεται αρχαιολογικά μόνο από τον 7ο αιώνα π.Χ. και μετά, ωστόσο οι μαρτυρίες των μύθων ενθαρρύνουν έντονα την υπόνοια ότι η περιοχή ήταν γνωστή στους κατοικούντες την Ελλάδα από πολύ νωρίτερα. Και πράγματι δεν θα ήταν ιδιαίτερα λογικό να πήγαιναν οι Έλληνες να ιδρύσουν αποικίες σε εντελώς άγνωστους τόπους. Σίγουρα θα είχαν προηγηθεί κάποια ταξίδια, εμπορικού ή ακόμα και εξερευνητικού απλώς χαρακτήρα, που έκαναν υποτυπωδώς γνωστή την περιοχή στους μεταγενέστερους αποίκους της. Αυτά τα ταξίδια, που αποτέλεσαν τις πρώτες και σίγουρα επεισοδιακές προσπάθειες των Ελλήνων να πλεύσουν στον Εύξεινο Πόντο, είναι εξαιρετικά πιθανό να στάθηκαν η πηγή έμπνευσης του μύθου της περιπέτειας των Αργοναυτών και όχι ο ίδιος ο αποικισμός, όπως συχνά υποστηρίζεται.

Αλλά ακόμα και αυτό μπορεί κάποια στιγμή να αλλάξει. Τα ελάχιστα και μεμονωμένα αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής του χαλκού και του σιδήρου σε λίγες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, που με τίποτα δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν οργανωμένη ελληνική παρουσία εκεί, είναι ενδεικτικά της έλλειψης ελληνικής παρουσίας στα παράλια του Εύξεινου Πόντου στις συγκεκριμένες περιόδους ή απλώς ενδεικτικά της έλλειψης αρχαιολογικών ανασκαφών στην περιοχή και η εικόνα θα μπορούσε να μεταβληθεί ριζικά ύστερα από μερικές δεκαετίες περεταίρω ερευνών; Εδώ βρίσκεται η αξία της έρευνας και η σημασία της εντατικοποίησής της στον Εύξεινο Πόντο, και ιδίως στο νότιο, ο οποίος στον τομέα αυτό συνεχίζει να υστερεί: στην προσπάθεια δηλαδή απάντησης τέτοιων θεμελιωδών ερωτημάτων.

Πέρα από αυτά, οι σχέσεις των Ελλήνων αποίκων με τους ντόπιους πληθυσμούς που συνάντησαν στα νέα μέρη που πήγαν, η αλληλεπίδραση του ελληνικού με τους αυτόχθονες πολιτισμούς, η οποία σήμερα αποδεικνύεται για παράδειγμα με την εύρεση σκυθικών και ελληνικών αντικειμένων μαζί σε σκυθικούς τάφους, το αρχαίο περιβάλλον στον παρευξείνιο χώρο και η επίδραση του ανθρώπου σ’ αυτό, η οικιστική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική οργάνωση των αποικιών, η τέχνη, η θρησκεία και τα μνημεία στις αποικίες είναι ορισμένοι μόνο από τους τομείς στους οποίους η επιστημονική έρευνα έχει να δώσει στο προσεχές μέλλον πολλά, ενδιαφέροντα και οπωσδήποτε και αρκετά ανατρεπτικά στοιχεία.

Τα τελευταία χρόνια η περιοχή του Εύξεινου Πόντου αποτελεί ένα χώρο που προκαλεί διαρκώς αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον, κυρίως βέβαια λόγω της τεράστιας σημασίας της περιοχής για τη διεθνή οικονομία χάρη στον πλούτο του υπεδάφους της. Τα επιστημονικά προγράμματα που εξετάζουν την ιστορία και την αρχαιολογία της περιοχής δεν περιορίζονται μόνο στις παρευξείνιες χώρες, αλλά επεκτείνονται στη δυτική Ευρώπη, τη βόρεια Αμερική και την Αυστραλία. Η δημιουργία του Συστήματος Πληροφοριών για τη Μαύρη Θάλασσα, καθώς και αυτή του Δικτύου Πανεπιστημίων της Μαύρης Θάλασσας είναι ενδεικτικές της κατάστασης που διαμορφώνεται.

Ο παρευξείνιος χώρος αποτελεί πλέον έναν τομέα σε προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα σε πανεπιστήμια, όπως αυτά του Exeter, της Οδησσού, της Μόσχας, του Torun της Πολωνίας, αλλά και σε ινστιτούτα, όπως το Ινστιτούτο αρχαιολογικής ωκεανογραφίας των ΗΠΑ και το Κέντρο αρχαιολογικών σπουδών της Τυφλίδας. Συγκριτικά η πληρέστερη και πιο σύγχρονη ως προς την προσέγγιση έρευνα της Μαύρης Θάλασσας γινόταν επί περίπου μια δεκαετία από το Κέντρο Σπουδών της Μαύρης Θάλασσας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών της Δανίας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Aarhus, του οποίου όμως η χρηματοδότηση πρόσφατα έληξε.

Στην Ελλάδα δίνεται έμφαση στην εκμάθηση των παρευξείνιων γλωσσών από Έλληνες (Τμ. Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών, Δ.Π.Θ.) και την εκμάθηση της ελληνικής στις παρευξείνιες χώρες (Πρόγραμμα Ιάσων, Α.Π.Θ.). Μια συνολική θεώρηση της ιστορίας και του πολιτισμού του Εύξεινου Πόντου δεν υπήρχε δυστυχώς μέχρι σήμερα. Το κενό αυτό έρχεται πλέον να καλύψει ένα νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που προσφέρεται από φέτος στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος, που εδρεύει στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης.

Πρόκειται για το πρώτο αγγλόφωνο κρατικό πανεπιστήμιο της Ελλάδας, με σαφή διεθνή προσανατολισμό, που στοχεύει στην προσέλκυση φοιτητών από όλο τον κόσμο. Η Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, μία από τις τρεις σχολές του πανεπιστημίου, ξεκινά την εκπαιδευτική λειτουργία της τον Οκτώβριο που μας έρχεται, με το μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών «Μαύρη Θάλασσα. Ιστορία και Πολιτισμός» (MA in Black Sea Cultural Studies), στο οποίο θα ήθελα, πριν κλείσω, να αναφερθώ σύντομα. Πρόκειται για ένα καινοτόμο πρόγραμμα, το πρώτο στην ελληνική εκπαίδευση που προσφέρει μία διαχρονική, διεπιστημονική και σφαιρική προσέγγιση του παρευξείνου χώρου.

Το πρόγραμμα είναι μονοετές. Στο πρώτο εξάμηνο προσφέρονται κοινά υποχρεωτικά μαθήματα που καλύπτουν ιστορικά την περιοχή από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας και περιλαμβάνουν ιστορική γεωγραφία και μνημειακή τοπογραφία των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων, νεότερη ιστορία και σύγχρονη πολιτική και διπλωματική ιστορία της Μαύρης Θάλασσας και των χωρών της. Στο δεύτερο εξάμηνο οι φοιτητές έχουν την ευκαιρία να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις, την αρχαιολογική-ιστορική και την πολιτική-οικονομική, με μαθήματα υποχρεωτικά και επιλογής. Τα μαθήματα της πρώτης κατεύθυνσης καλύπτουν ζητήματα όπως η αρχαία και βυζαντινή ιστορία, η αρχαία, βυζαντινή και νεότερη τέχνη και αρχιτεκτονική, η μυθολογία, οι αρχαίες θρησκείες και η εθνογραφία του παρευξείνου χώρου. Στη δεύτερη κατεύθυνση εξετάζονται πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, όπως τα νέα εθνικά κράτη που προέκυψαν μετά το 1990, οι μεταναστεύσεις και οι μειονότητες στις χώρες της Μαύρης Θάλασσας, η σχέση των χωρών αυτών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και την Ασία, καθώς και η οικονομική κατάσταση στην περιοχή.

Καθώς είχα και έχω την τύχη να εργαστώ για το σχεδιασμό και την υλοποίηση του Προγράμματος αυτού τα τελευταία δύο χρόνια, από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι στόχος του Προγράμματος είναι η σφαιρική εμβάθυνση στην ιστορική, πολιτισμική και σύγχρονη κατάσταση μιας περιοχής με διαρκώς αυξανόμενη σημασία στο σύγχρονο κόσμο, με τριπλή προοπτική τη γνώση του παρελθόντος του χώρου, την κατανόηση του παρόντος και την πρόβλεψη των δυνατοτήτων του μέλλοντός του.

Η καινοτομία στην έρευνα και τις μεθόδους της ανήκει επίσης στους στόχους του Προγράμματος, το οποίο απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα αποφοίτων Σχολών Ανθρωπιστικών, Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, και προσφέρει επαγγελματικές δυνατότητες απασχόλησης σε:

- Εκπαιδευτικά και ερευνητικά ινστιτούτα και ακαδημίες σε όλο τον κόσμο που ασχολούνται με την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

- Αρχαιολογικές Υπηρεσίες της Ελλάδας και των χωρών της Μαύρης Θάλασσας ή ξένες αρχαιολογικές αποστολές σε αυτές τις χώρες.

- Μουσεία, εκθέσεις και άλλους χώρους συλλογής, μελέτης και έκθεσης έργων τέχνης από την περιοχή αυτή.

- Διπλωματικό σώμα ή άλλες αντίστοιχες κρατικές υπηρεσίες των χωρών αυτών ή ξένων χωρών με διπλωματικές υπηρεσίες στις παρευξείνιες χώρες.

- Πολυεθνικές Εταιρείες που λειτουργούν ή που έχουν εμπορικές σχέσεις με τις παρευξείνιες χώρες.

Θεωρώ ότι με το Μεταπτυχιακό αυτό πρόγραμμα η περιοχή του Εύξεινου Πόντου θα αποκτήσει πλέον τη θέση που της αξίζει στον επιστημονικό και εκπαιδευτικό χώρο και της ίδιας πια της Ελλάδας, που άλλωστε υπήρξε και η αφετηρία του ταξιδιού των Αργοναυτών, αλλά κυρίως των Ελλήνων αποίκων, που μαζί με τις δεκάδες γενιές των απογόνων τους έβαλαν έντονα τη σφραγίδα τους στην ιστορική πορεία της κλειστής αυτής θάλασσας και την έκαναν από αφιλόξενη φιλόξενη.